Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ Ο ΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ


Η Οργάνωση Σύνθεση του Μακεδονικού Στρατού
Ο Φίλιππος δημιούργησε την τελειότερη πολεμική μηχανή του αρχαίου κόσμου. «Καθιέρωσε την υποχρεωτική στρατολογία, την όποια καί εσυστηματοποίησε και ούτως εδημιούργησε πρώτος και συστηματικώς αυτός, «εθνικόν» στρατόν, όστις πάλιν συνέβαλε μεγάλως εις την ανάπτυξιν μεταξύ των Μακεδόνων ισχυρόν πνεύματος εθνικής ενότητος». Αυτό διαφοροποιεί το μακεδονικό στρατό από τούς στρατούς των ελληνικών πόλεων. Ο δικός τους στρατός ήταν «πολιτικός», αποτελούμενος από ενόπλους πολίτες, οι όποιοι στρατεύονταν, όταν το επέβαλλε ή ανάγκη.


 
Ο στρατός του Φιλίππου ήταν κατ’ εξοχήν «στρατιωτικός», αποτελούμενος από ένα εθνικό σύνολο εύρωστων αγροτοποιμένων, πού εξελίχθησαν σταδιακά σ’ επαγγελματίες πολεμιστές και διευθύνονταν από ειδικό σώμα επαγγελματιών αξιωματικών. Οι στρατιώτες αυτοί υποβάλλονταν σε καθημερινές σκληρές ασκήσεις, εθίζονταν σε μακρινές πορείες, είχαν μεγάλη αντοχή και φοβερή πειθαρχία. Ο στρατός αυτός ήταν το εσωτερικό στήριγμα του Φιλίππου κατά των φυγόκεντρων τάσεων πού παρουσίαζαν πάντοτε οι τοπικοί άρχοντες τής Μακεδονίας.
Ιππικό
Το μακεδονικό ιππικό αποτελούνταν από δύο τμήματα: αυτό των Εταίρων, που απαρτιζόταν από ευγενείς μακεδόνες, και αυτό των Θεσσαλών. Το ιππικό των «Εταίρων» (=συντρόφων) ήταν χωρισμένο σε 8 ίλες. Κάθε ίλη είχε 200 ιππείς, εκτός από αυτήν του βασιλιά που είχε 300 ιππείς. Οι ιππείς φορούσαν μεταλλική εξάρτυση (θώρακα, περικνημίδες, κράνος) και κρατούσαν μια λόγχη μήκους 3 μέτρων, το «ξυστόν».
Οι Θεσσαλοί ιππείς έφεραν κοντύτερη λόγχη και είχαν χαλαρότερο σχηματισμό. Οι πολεμικές ίλες του ιππικού περιβάλλονταν από ελαφρύτερο ιππικό, τους «Προδρόμους», που έφεραν ίσως ασπίδες και βοηθητικό υλικό για αναγνωριστικές εφόδους. Σε περίπτωση ανάγκης κατά την επίθεση όμως έπαιρναν και αυτοί μακριές λόγχες.
Ήταν ή μονάδα κρούσης του μακεδονικού στρατού. Ο οπλισμός των ιππέων περιελάμβανε: περικεφαλαία, περιτραχήλιο, θώρακα, κνημΐδες και ξίφος. Επίσης τα άλογα έφεραν προμετωπίδα και προστερνίδια. Ανάλογα με το επιθετικό όπλο, το ιππικό χωριζόταν σε ιππικό γραμμής, του οποίου οι ιππεϊς κρατούσαν σάρισα μικρότερη σε μήκος από εκείνη των φαλαγγιτών, και σε βαρύ Ιππικό, πού ήταν οπλισμένο με λόγχη, τον περίφημο ξυστόν. Το μακεδονικό ιππικό ενισχύθηκε πολύ, χάρη στην προσθήκη του επίσης εκλεκτού αλλά, πρό του Φιλίππου, ανοργάνωτου θεσσαλικού ιππικού.
Πεζικό
Οι «πεζέταιροι» (=πεζοί σύντροφοι) του μακεδονικού στρατού προέρχονταν τόσο από την ίδια τη Μακεδονία όσο και από τις προσαρτημένες επαρχίες της. Κάθε επαρχία όφειλε να δίνει μία τάξη, πεζεταίρων, αποτελούμενη από περίπου 1500 άνδρες (αν και ο αριθμός προφανώς δεν παρέμενε σταθερός). Θεωρείται ότι τα σώματα των πεζεταίρων προσάρμοζαν τον οπλισμό και την εξάρτυσή τους ανάλογα με την εκάστοτε πολεμική τακτική. Έτσι, άλλοτε κρατούσαν ακόντια, άλλοτε κοντά δόρατα και άλλοτε τη γνωστή σάρισσα.
Η μακεδονική φάλαγγα είχε την καταγωγή της στην οπλιτική φάλαγγα την οποία ο Φίλιππος Β΄είχε την ευκαιρία να μελετήσει όταν ζούσε αιχμάλωτος στη Θήβα υπό τον Επαμεινώνδα. Οι φαλαγγίτες ήταν επαγγελματίες στρατιώτες, που ασκούνταν καθημερινά, και γι’ αυτό υπερτερούσαν έναντι των πολιτών-οπλιτών. Κάθε φάλαγγα αποτελούνταν από 16 επί 16 σειρές στρατιωτών. Στην αρχή και το μέσον κάθε στήλης υπήρχε ένας αρχηγός.
Ο βασικός οπλισμός των στρατιωτών της φάλαγγας ήταν η σάρισσα, ένα δόρυ μήκους 6 περίπου μέτρων, το οποίο θεωρείται ότι κρατούσαν με τα δύο χέρια κατά την πορεία. Στη βάση κάθε σάρισσας υπήρχαν ένας ή δύο σαυρωτήρες, δηλαδή αιχμηρά στηρίγματα για να ακουμπούν με ασφάλεια τη σάρισσα στο έδαφος όταν σταματούσαν. Κατά την επίθεση οι πέντε πρώτες σειρές στρατιωτών κρατούσαν τις σάρισσες προτεταμένες προς τον εχθρό, σχηματίζοντας έτσι ένα δάσος από αιχμές δοράτων.
Όπως προκύπτει από τις περιγραφές αλλά και τα αρχαιολογικά δεδομένα, φαίνεται πως μόνον οι πρώτες σειρές ( ή η πρώτη σειρά) φορούσε θώρακα μεταλλικό. Οι υπόλοιποι στρατιώτες της φάλαγγας φορούσαν θώρακα από δέρμα ή πυκνά υφασμένο λινό (όπως αυτός που εικονίζεται στη λεγόμενη «σαρκοφάγο του Αλέξανδρου»). Η εξάρτυσή τους συμπληρωνόταν με περικνημίδες και μεταλλικά κράνη, ενώ το αν κρατούσαν ασπίδες και τι είδους είναι υπό συζήτηση. Πιθανόν έφεραν μικρές σχετικά ασπίδες που κρέμονταν από τον ώμο τους, όπως και τα κοντά και κάπως γυριστά στο άκρο σπαθιά τους.
Οι επίλεκτοι ανάμεσα στους πεζέταιρους αποτελούσαν το σώμα των υπασπιστών (που αργότερα ονομάζονταν και αργυράσπιδες), οι οποίοι αριθμούσαν 3.000 χωρισμένοι σε σώματα των 1000. Όπως φανερώνει το όνομά τους το διακριτικό τους ήταν οι στρογγυλές μεγάλες ασπίδες που έφεραν. Σε διάταξη μάχης τοποθετούνταν στα δεξιά του πεζικού, σε θέση τιμητική και επικίνδυνη, προκειμένου να εξοστρακίζουν τα εχθρικά βέλη. Επίσης χρησιμοποιούνταν σε ειδικές αποστολές.
Το “Πυροβολικό”
Αν ή μεγάλη στρατιωτική καινοτομία τού Ναπολέοντα ήταν ή χρήση του πυροβολικού ως τακτικού όπλου, μια επίσης μεγάλη καινοτομία τού Φιλίππου ήταν ή ευρεία χρήση «πυροβολικού» κατά των οχυρωμένων πόλεων. Ο Φίλιππος ως στρατιωτικός ήταν υπέρ της ταχύτητος. Ήθελε άμεσο και γρήγορο αποτέλεσμα. Προκειμένου, λοιπόν, να εκπορθήσει τις αναρίθμητες Ελληνικές πόλεις στη Μακεδονία, τη Χαλκιδική και τη Θράκη ή άλλες πόλεις βαρβαρικές, δεν μπορούσε να περιμένει το αποτέλεσμα με μακρά πολιορκία.
Γι’ αυτό έφερε από την Ελλάδα τούς καλύτερους μηχανικούς, για να διδάξουν στους Μακεδόνες την κατασκευή και χρήση πολιορκητικών μηχανών”. Κορυφαίοι μηχανικοί ήσαν ο Θεσσαλός Πολύειδος. πού θεωρείται εφευρέτης ενός πιο ισχυρού και αποτελεσματικού καταπέλτη κατά το σύστημα των «τόνων» και ο Αινείας, ο επιλεγόμενος τακτικός, πού κατασκεύασε μηχανές πού έξαπέλυαν «βλήματα». Οι μηχανές αυτές λέγονταν «Ελεπόλεις».
Η Φάλαγγα
Ο Φίλιππος χώρισε τη Μακεδονία σε δώδεκα στρατιωτικές περιφέρειες. Κάθε μία ήταν υποχρεούμενη να δίνει μια μονάδα ιππικού, μια μονάδα βαριά οπλισμένου πεζικού και μια μονάδα ελαφρά οπλισμένου πεζικού. Βάση του μακεδονικού στρατού ήταν η Μακεδονική Φάλαγγα. Οι φαλαγγίτες έφεραν ειδικό οπλισμό, ήτοι περικεφαλαία, θώρακα, κυκλική ασπίδα και την περίφημη σάρισα, δόρυ μήκους 6-7 μέτρων, πού σημαίνει πως η σάρισα είχε μήκος τριπλάσιο του Ελληνικού δόρατος κι έδινε στον φαλαγγίτη το πλεονέκτημα του πρώτου κτυπήματος.
Οι φαλαγγίτες παρατάσσονταν κατά στοίχους. Κάθε στοίχος είχε βάθος 16 ανδρών. Ένα τετράγωνο 16 ανδρών μήκος, και 16 βάθος ήτοι 256 άνδρες, αποτελούσε ίνα «λόχο». Δύο λόχοι, ήτοι 512 άνδρες, αποτελούσαν την «πεντακοσιαρχία». Τρεις πεντακοσιαρχίες αποτελούσαν την «τάξιν». Οι άνδρες των 5 πρώτων γραμμών κρατούσαν με τα δύο χέρια τη σάρισα με τρόπο πού ή σάρισα του πέμπτου στρατιώτη να προεξέχει 5 πόδια από τον πρώτο στρατιώτη. “
Έτσι σχηματιζόταν ένα κινούμενο τείχος από σάρισες, πού βάδιζε πρός τα εμπρός σαν χιονοστιβάδα. Εκτώς των φαλαγγιτών το μακεδονικό πεζικό διέθετε και το ειδικό σώμα των «υπασπιστών», πού είχαν οργανωθεί κατά το πρότυπο των πελταστών του Ιφικράτη και οι όποιοι χρησιμοποιούνταν σε έκτακτες περιστάσεις, γιατί ή Φάλαγγα μόνο επί ομαλού εδάφους μπορούσε να δράσει. Υπάρχει μια αντιγνωμία σχετικά με το αν ο Φίλιππος ή ο Αλέξανδρος σχημάτισαν ειδικό επίλεκτο σώμα. τους «πεζεταίρους». Ο Φίλιππος ονόμασε πεζεταίρους όλους τους φαλαγγίτες για να τους κολακεύσει και να δείξει ποιος τους εξομοιώνει πρός τους άρχοντες πού εκ παραδόσεως σχημάτιζαν το ιππικό και λέγονταν εταίροι.
Ο ΟΠΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Ο Ατομικός Οπλισμός του Μακεδόνα Στρατιώτη

Τα όπλα, που αποτελούσαν την πανοπλία τόσο των Ελλήνων, πεζών και ιππέων, όσο και των Περσών, διακρίνονται σε δύο γενικές κατηγορίες, στα αγχέμαχα (που ενεργούσαν σε μικρή απόσταση) και στα εκηβόλα (που ενεργούσαν σε μεγάλη απόσταση). Τα αγχέμαχα πάλι διακρίνονται σε αμυντήρια και επιθετικά, ενώ τα εκηβόλα ήταν μόνο επιθετικά.
Η πανοπλία των στρατιωτών στους επιμέρους στρατούς, τόσο στους ελληνικούς όσο και στους βαρβαρικούς, ήταν ουσιωδώς ανομοιόμορφη. Κάθε στρατός είχε ορισμένα βασικά γνωρίσματα, που τον διαφοροποιούσαν από τους άλλους (π.χ. οι Σπαρτιάτες έφεραν την ξυήλη, οι Θηβαίοι την βοιωτικού τύπου ασπίδα, οι Μακεδόνες ημιθωράκια, οι Πέρσες φολιδωτούς θώρακες κλπ). Αυτά τα χαρακτηριστικά προέκυψαν λόγω του συγκεκριμένου τρόπου, με τον οποίο πολεμούσε κάθε κράτος.
Αλλά και η πανοπλία των στρατιωτών του ιδίου στρατού παρουσίαζε ανομοιομορφία, διότι ενώ οι συνήθεις πολεμικές αναμετρήσεις κάποιου στρατού τον οδήγησαν στην πρόκριση φέρ’ ειπείν κράνους ανοικτού τύπου, υπήρχε μία πληθώρα από κράνη ανοικτού τύπου (Ιλλυρικού, βοιωτικού, θρακικού, κλπ), μεταξύ των οποίων μπορούσε να επιλέξει ο κάθε στρατιώτης. Στην ανομοιομορφία συντελούσε κατά πολύ και η απόκτηση οπλισμού από τα λάφυρα των εχθρών. Επιπλέον, αφού τα στρατεύματα ήταν κατά κύριο λόγο μισθοφορικά και οι μισθοφόροι είχαν την πανοπλία της προσωπικής τους επιλογής, ήταν αναπόφευκτη η ανομοιομορφία στην εμφάνιση ενός στρατού, πολύ δε περισσότερο ενός πολυεθνικού στρατού όπως αυτός του Αλεξάνδρου.
Όταν το πεδίο της μάχης δεν απείχε πολύ ή όταν ο Αλέξανδρος έκανε μία από τις συνήθεις σύντονες πορείες, εκτός από την πανοπλία οι πολεμιστές έπαιρναν μαζί τους τρόφιμα για 2 ή 3 ημέρες, σκεύη «καθημερινής διαίτης» και τη σκηνή τους ή κάποια κουβέρτα, ανάλογα με την εποχή του χρόνου. Οι Αθηναίοι οπλίτες έφεραν σακίδιο, το οποίο περιείχε τρόφιμα για τρεις ημέρες (κυρίως ψωμί, τυρί, ελιές, κρεμμύδια και σκόρδο), ενώ οι ανασκαφές στην Περσέπολη έφεραν στο φως επίπεδα παγούρια, που χρησιμοποιούσαν οι Πέρσες.
Αγχέμαχα Αμυντήρια Όπλα
Τα αγχέμαχα αμυντήρια όπλα των αρχαίων Ελλήνων στρατιωτών, δηλαδή τα στοιχεία του ατομικού τους οπλισμού, που ενεργούσαν σε μικρή απόσταση και χρησίμευαν στην προστασία του κατόχου τους, ήταν τα παρακάτω:
Κράνος : 
Με την εμφάνιση στο πεδίο της μάχης των ψιλών και των πελταστών, που αποσκοπούσαν στη διάσπαση της φάλαγγας, ο οπλίτης χρειαζόταν μεγαλύτερο οπτικό πεδίο. Έτσι το κράνος έγινε περισσότερο «ανοικτού» τύπου και η χαίτη, χαρακτηριστικό των Ηρωικών Χρόνων, καταργήθηκε. Υπήρχαν πολλών τύπων κράνη, όπως Κορινθιακό, Βοιωτικό, Χαλκιδικό, Ιλλυρικό, Θρακικό, πετασσοειδές κλπ. Ο «τύπος» δεν είναι τμήμα της αρχαία στρατιωτικής ορολογίας, αλλά αποδίδεται σε ένα είδος κράνους, που ανακαλύπτεται για πρώτη φορά, από την περιοχή όπου ανακαλύφθηκε. Έτσι το αρχαιότερο κράνος «ιλλυρικού τύπου» ανακαλύφθηκε στην Αχαΐα.
Για τους ιππείς ο Ξενοφών προτείνει τη χρήση του βοιωτικού κράνους, που παρείχε αυξημένη προστασία στον αυχένα, χωρίς να περιορίζει το οπτικό πεδίο. Στους βαρβαρικούς στρατούς αναφέρονται πολλών ειδών κράνη, πολλά από τα οποία ήταν στην ουσία απλά καλύμματα κεφαλής: δερμάτινα, επιχώρια (τοπικής τεχνοτροπίας και κατασκευής), χάλκινα, ξύλινα, πλεκτά, από δέρμα αλογοκεφαλής με τη χαίτη αντί λοφίου, από αλεποτόμαρο κλπ. Από τις σωζόμενες παραστάσεις, κυρίως στη λεγόμενη «σαρκοφάγο του Μεγάλου Αλεξάνδρου», φαίνεται ότι ο Μακεδόνας πεζός έφερε φρυγικού τύπου και ο ιππέας βοιωτικού τύπου κράνος.
Περιτραχήλιο : 
Ήταν μεταλλικό ή φολιδωτό προστατευτικό περίβλημα του τραχήλου. Αποτελούσε τμήμα της πανοπλίας των μυκηναϊκών χρόνων. Στις ελληνικές πανοπλίες του 4ου αιώνα δεν απεικονίζεται ούτε αναφέρεται σε άλλη περίπτωση εκτός από την κατά Πλούταρχο περιγραφή της πανοπλίας του Αλεξάνδρου. Το περιτραχήλιο του Αλεξάνδρου ήταν λιθοκόλλητο (προφανώς με πολύτιμους λίθους) και πιθανότατα έμοιαζε με το ανακαλυφθέν στους βασιλικούς τάφους των Αιγών.
Ασπίς Πεζική : 
Αρχικά ονομαζόταν όπλον και από αυτήν πήρε το όνομά του ο πεζός στρατιώτης, που τη χρησιμοποιούσε (οπλίτης). Ήταν συνήθως στρογγυλή, με διάμετρο περίπου 0,9 μ, μπρούτζινη ή χάλκινη ή αποτελούνταν από επάλληλους δίσκους δέρματος ραμμένους μεταξύ τους και στερεωμένους σε ξύλινο ή μεταλλικό σκελετό. Η εξωτερική πλευρά ήταν πάντοτε κυρτή και έφερε στο κέντρο τον ομφαλόν, που μερικές φορές είχε κάποια παράσταση, το επίσημον, ή κάποιο ρητό. Αρχικά τα επίσημα ήταν ατομικά και χρησίμευαν στην αναγνώριση του κατάφρακτου οπλίτη μέσα από την πανοπλία του. Με την επικράτηση όμως των δημοκρατικών πολιτευμάτων το επίσημον έγινε ομοιόμορφο και αντιπροσωπευτικό της πόλης. Η εσωτερική πλευρά είχε μία λωρίδα με υποδοχή στο μέσο της ασπίδας (πόρπαξ), από όπου ο οπλίτης περνούσε το βραχίονα, και ένα δερμάτινο ιμάντα (αντιλαβή ἤ όχανον) στο εσωτερικό χείλος, από όπου περνούσε το αριστερό χέρι.
Χωρίς αυτά η ασπίδα ήταν άχρηστη και οι ανατιθέμενες ασπίδες ήταν υποχρεωτικά χωρίς αντιλαβές και πόρπακες, για να μην μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε ενδεχόμενη στάση κατά του Δήμου. Εκτός μάχης ένας τελαμών (λουρί) επέτρεπε να την κρεμούν στους ώμους, όπως τα σακίδια σήμερα. Στην περίμετρό της υπήρχε η ἴτυς, ένα στεφάνι, που προσέθετε ακαμψία και σταθερότητα στην κατασκευή. Μερικές φορές την ασπίδα την επιμήκυναν προς τα κάτω με ένα είδος ποδιάς από δέρμα, για να προστατεύει τα πόδια του ὁπλίτη από τα εχθρικά τοξεύματα. Στους ελληνικούς στρατούς εκτός μάχης την ασπίδα μετέφερε ο υπασπιστής, για να μην κουράζεται από το βάρος της ο ὁπλίτης. Όταν δεν τη χρησιμοποιούσαν, την τοποθετούσαν σε ειδικό κάλυμμα. Στο στρατό των Περσών αναφέρονται πολλών ειδών ασπίδες: επιχώριες, από ακατέργαστο δέρμα βοδιού, μικρές, δερμάτινες, ξύλινες, ποδήρεις ξύλινες, κοίλες με μεγάλη ἴτυν, μικρές χωρίς ἴτυες.
Ασπίς Ιππική : 
Ήταν μικρότερη από την πεζική ασπίδα, για να μπορεί να τη χειρίζεται ο ιππέας.. Ο Ασκληπιόδοτος δίνει διάμετρο 0,6 μ στη μακεδονική ασπίδα, χωρίς όμως να διευκρινίζει αν εννοεί την πεζική ή την ιππική, που είναι το πιθανότερο.
Πέλτη : 
Μικρή και ελαφριά ασπίδα, μάλλον θρακικής προέλευσης, είχε συνήθως σχήμα μισοφέγγαρου και δεν ήταν μεταλλική. Συνήθως ήταν πλεκτή (ίσως με κλαδιά λυγαριάς) και επενδεδυμένη με δέρμα. Ο Ξενοφών κάνει λόγο και για χάλκινες πέλτες, αν και με τον όρο αυτό φαίνεται να εννοεί ασπίδες μικρότερες από τις οπλιτικές.
Γέρρον : 
Πλεκτή περσική ασπίδα, παραπλήσια της Ελληνικής πέλτης.
Θώραξ : 
Ο κωδωνόσχημος μεταλλικός θώρακας της μυκηναϊκής περιόδου έχει εγκαταλειφθεί και την θέση του τον 4ο αιώνα είχε πάρει ο γυαλοθώραξ, που ήταν συνήθως από μπρούτζο και αποτελούνταν από δύο μεταλλικά ελάσματα (γύαλα), συνδεόμενα μεταξύ τους με αγκράφες ή θηλιές. Συχνά ήταν διακοσμημένος με σχέδια και γραμμές χαραγμένες στο σχήμα των μυών του ανθρώπινου κορμού.
Λινοθώραξ : 
Υπήρχε ήδη από τη μυκηναϊκή περίοδο, και ήταν ελαφρύτερος και φθηνότερος του μεταλλικού. Αποτελούνταν από δέρμα και ύφασμα, που μερικές φορές ενισχυόταν με μεταλλικές φολίδες ή ελάσματα. Παραλλαγή του λινοθώρακα ήταν ο φολιδωτός, τον οποίο χρησιμοποίησαν πρώτοι οι Αιγύπτιοι και τον φορούσαν και οι Πέρσες κάτω από τους χιτώνες τους.
Ημιθωράκιον: 
Οι Μακεδόνες έφεραν ημιθωράκια, τα οποία προσέφεραν προστασία στο στήθος και άφηναν ακάλυπτη την πλάτη. Ο Πολύαινος παραδίδει ότι ο Αλέξανδρος έδωσε στους άνδρες του ημιθωράκια, ώστε να φοβούνται να στρέψουν τα νώτα στον εχθρό. Ο φόβος αυτός όμως μοιάζει περισσότερο με αποτέλεσμα της χρήσης των ημιθωρακίων, παρά με αιτία χρήσης τους. Είδαμε ότι όπλα και θωράκιση μεταφέρονταν με τα υποζύγια, προφανώς για να μην κουράζονται στην πορεία οι οπλίτες, ενώ ο Φίλιππος είχε εκπαιδεύσει τους Μακεδόνες να κάνουν πορείες μέχρι και 300 σταδίων (55,5 χμ) με πλήρη εξάρτηση μάχης.
Για να μειωθεί λοιπόν το βάρος της πανοπλίας έφεραν ημιθωράκια οι Μακεδόνες και όχι για τους λόγους, που παραδίδει ο Πολύαινος στο σχετικό στρατήγημα. Ωστόσο η πανοπλία του Αλεξάνδρου περιελάμβανε λινοθώρακα και όχι ημιθωράκιον, όπως και εκείνος που ανακαλύφθηκε στον τάφο του Φιλίππου ήταν λινοθώραξ. Επιπλέον στις (σημαντικότερες τουλάχιστον) απεικονίσεις δεν βλέπουμε ημιθωράκια.
Θώραξ Ιππικός : 
Σύμφωνα με τις προδιαγραφές του Ξενοφώντα επέτρεπε το κάθισμα και το σκύψιμο (χαρακτηριστικές κινήσεις του ιππέα και όχι του πεζού), ενώ παρείχε προστασία και στον αυχένα, όπως φαίνεται κι απ’ τον λινοθώρακα του Φιλίππου Β΄.
Επωμίδες : 
Ήταν λωρίδες δέρματος ή μεταλλικά ελάσματα, συνδεδεμένα μεταξύ τους σε μία ή δύο σειρές. Αποτελούσαν προέκταση του θώρακα και κάλυπταν το ανώτερο τμήμα των βραχιόνων΄.
Πτέρυγες : 
Ήταν λωρίδες δέρματος ή μεταλλικά ελάσματα, συνδεδεμένα μεταξύ τους σε μία ή δύο σειρές. Αποτελούσαν προέκταση του θώρακα, ο οποίος τελείωνε στη λεκάνη και επιπλέον είχε ένα κενό στο δεξί ώμο (κυρίως του ιππέα), για να μην εμποδίζει τις κινήσεις. Συνδέονταν με τον θώρακα και κάλυπταν τα σημεία, που εκείνος άφηνε ακάλυπτα (υπογάστριο, γεννητικά όργανα και ώμους).
Κνημίδες :
Οι δετές με ιμάντες κνημίδες του οπλίτη των Ηρωικών Χρόνων, κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα είχαν εξελιχθεί σε «κουμπωτές», που στερεώνονταν με την τάση του ελάσματος. Οι κνημίδες του Φιλίππου Β΄, που βρέθηκαν στον τάφο του στις Αιγές, είναι επίχρυσες, κουμπωτές και χωρίς διακόσμηση. Επίσης είναι ανισομεγέθεις, διότι ο Φίλιππος ήταν κουτσός (Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης).
Παραμηρίδια : 
Ήταν μεταλλικά ελάσματα σαν τις κνημίδες και προστάτευαν το τμήμα των μηρών, που άφηναν ακάλυπτο οι πτέρυγες. Η χρήση τους τον 4ο αιώνα είχε σχεδόν εγκαταλειφθεί.
Εμβάδες : 
Ήταν ψηλές δερμάτινες μπότες, που προσέφεραν προστασία και υπόδηση στους ιππείς. Αντικαθιστούσαν τις μπρούτζινες κνημίδες των πεζών, οι οποίες θα τραυμάτιζαν τα πλευρά του ίππου.
Αγχέμαχα Επιθετικά Όπλα
Τα αγχέμαχα επιθετικά όπλα των αρχαίων Ελλήνων στρατιωτών, δηλαδή τα στοιχεία του ατομικού τους οπλισμού, που ενεργούσαν σε μικρή απόσταση και χρησίμευαν στην καταστροφή του αντιπάλου, ήταν τα παρακάτω:
Δόρυ Οπλιτικό :
Ήταν το κατ’ εξοχήν αγχέμαχο επιθετικό όπλο των αρχαίων Ελλήνων. Διατρυπούσε δια νύξεως, αποτελούνταν από μακρύ και χοντρό ξύλινο κοντάρι (ξυστόν) από ξύλο μελιάς ή κρανείας μήκους περίπου 2μ, το οποίο στο εμπρός άκρο του έφερε μεταλλική αιχμή, άλλοτε πλατειά φυλλοειδή (φωτογραφία) και άλλοτε συμπαγή, πυραμιδοειδή και μακριά.
Στο σημείο της λαβής το ξυστόν ήταν καλυμμένο με δερμάτινες λωρίδες, που προσέφεραν σταθερό πιάσιμο, και στο πίσω άκρο του έφερε μεταλλική μύτη (τον σαυρωτήρα), η οποία χρησίμευε αφενός ως αντίβαρο στην αιχμή και αφετέρου για να στερεώνεται όρθιο, ενώ στην ανάγκη χρησιμοποιούνταν ως δεύτερη (εφεδρική) αιχμή. Κατά την πορεία το δόρυ φερόταν επί του δεξιού ώμου. Τα δόρατα των Περσών δεν είχαν σαυρωτήρες, ενώ στον πολυεθνικό στρατό τους αναφέρονται δόρατα αιγυπτιακά, κοντά, με κέρατα δορκάδος (ζαρκαδιού) αντί αιχμής, κοντά με μακριές αιχμές κλπ.
Δόρυ Ιππικό : 
Είχε την εμφάνιση του οπλιτικού δόρατος, αλλά μικρότερο μήκος, ώστε να είναι ευχερής ο χειρισμός του από τον ιππέα. Αν οι παραστάσεις σε αγγεία είναι ακριβείς, τότε έφερε σαυρωτήρα μακρύτερο από του οπλιτικού δόρατος. Ο Ξενοφών αντί δόρατος προτείνει στους Αθηναίους ιππείς να φέρουν 2 κρανέϊνα παλτά, από τα οποία το ένα θα εξακοντιζόταν και το άλλο θα χρησίμευε ως δόρυ.
Σάρισσα : 
Ήταν μακρύ δόρυ χωρίς σαυρωτήρα και κατά τον μεν Πολύβιο είχε μήκος 7,2μ κατά τον δε Πολύαινο 7,4μ. Εισήχθηκε στη φάλαγγα από τον Φίλιππο Β΄, τη διαφοροποίησε από οπλιτική σε μακεδονική και χρησιμοποιήθηκε ως το τέλος των ελληνιστικών χρόνων. Λόγω του μήκους της μόνο οι φαλαγγίτες των μπροστινών σειρών την κρατούσαν προτεταμένη. Οι επόμενοι την κρατούσαν υπό γωνία πάνω από τα κεφάλια των μπροστινών τους, δημιουργώντας ένα πλέγμα προστασίας από τα εχθρικά τοξεύματα.
Επίσης δημιουργούσε ένα φράγμα από αιχμές μπροστά από τη φάλαγγα και παρείχε τη δυνατότητα να διατρυπά τον εχθρό από απόσταση, πριν εκείνος χρησιμοποιήσει το δόρυ του.
Όμως λόγω του μεγάλου μήκους της ήταν και πιο δύσχρηστη από το δόρυ. Αυτό ακριβώς το μειονέκτημα εκμεταλλεύτηκε ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεώνυμος, που στα χρόνια των Διαδόχων αντιμετωπίζοντας Εδεσσαίους σε μακεδονική φάλαγγα, παρέταξε τις δύο πρώτες σειρές της δικής του φάλαγγας χωρίς δόρατα.
Όταν ενεπλάκησαν, οι Σπαρτιάτες των δύο αυτών σειρών άρπαξαν και ακινητοποίησαν τις σάρισσες, ενώ οι άλλοι των πίσω σειρών πλευροκόπησαν και κατέκοψαν τους Μακεδόνες. Η σάρισα ήταν κατασκευασμένη από σκληρό ξύλο κρανιάς, δέντρο που αφθονεί στα βουνά της δυτικής Μακεδονίας. Η κρανιά φτάνει σε μεγάλο ύψος με ευθύ κορμό, παρέχοντας έτσι δόρατα με μεγάλο μήκος, σχετικά ελαφρά, με σκληρότητα και αντοχή.
Χαρακτηριστικό της σάρισας, το οποίο κυρίως διαφοροποιούσε τη μακεδονική από τις οπλιτικές φάλαγγες, ήταν το μήκος της. Αρχικά περίπου 5,5 μέτρα, έφτασε τον 2ο π.Χ. αιώνα τα 6,50 μέτρα. Είχε σιδερένια αιχμή και σαυρωτήρα στο αντίθετο άκρο, ως αντίβαρο και για να καρφώνεται στο έδαφος. Ο φαλαγγίτης τη χειριζόταν με τα δύο χέρια.
Η λέξη είναι άγνωστης ετυμολογίας και προφανώς αποτελεί κατάλοιπο ιδιωματισμού της μακεδονικής διαλέκτου, ή λεξιδάνειο από τους γειτονικούς λαούς. Σάρισες ονομάζονταν τα μακεδονικά δόρατα και προ του Φιλίππου, αυτός όμως είναι που επινόησε την αύξηση του μήκους τους και ως εκ τούτου δημιούργησε τη μακεδονική φάλαγγα.
Σάρισα Ιππική : 
Είχε μήκος μικρότερο της σάρισας των πεζών, για να είναι ευχερής ο χειρισμός της με το ένα χέρι. Δηλαδή το μήκος της ήταν μεταξύ 2 και 7,4μ.
Ξίφος : 
Ήταν δευτερεύον αγχέμαχο επιθετικό όπλο, που αντικαθιστούσε το δόρυ στην εκ του συστάδην μάχη και διατρυπούσε δια νύξεως. Αποτελούνταν από το έλασμα, την κώπη και τον κολεό. Το έλασμα ήταν λεπίδα αμφίστομη από σκληρό και ανθεκτικό μέταλλο. Η κώπη περιελάμβανε τη λαβή, τον φυλακτήρα, που προστάτευε το χέρι από τα χτυπήματα του αντιπάλου, και το σφαίρωμα, που συνέδέε την κώπη με το έλασμα. Ο κολεός (η θήκη του ξίφους) ήταν από δέρμα ή ξύλο. Το ξίφος κρεμόταν από τον ώμο με ένα τελαμώνα.
Το συνολικό μήκος του ξίφους ποίκιλλε από εποχή σε εποχή και εξαρτάτο από τον τρόπο μάχης. Στους κλασσικούς χρόνους είχε επικρατήσει η χρήση ξίφους μικρότερου μήκους από εκείνο των Ηρωικών Χρόνων, διότι κατά την εμπλοκή των οπλιτικών φαλαγγών το κοντύτερο ξίφος ήταν αποτελεσματικότερο στους εκ του συστάδην χειρισμούς. Μάλιστα οι Σπαρτιάτες μετά τους Περσικούς πολέμους χρησιμοποιούσαν ένα ιδιαίτερα κοντό ξίφος, λίγο μακρύτερο από σουγιά, την ξυήλη.
Μάχαιρα ή Κοπίς : 
Ταυτόσημοι όροι για το ίδιο δευτερεύον αγχέμαχο επιθετικό όπλο. Ήταν εμπροσθοβαρές, συνήθως από καμπύλο έλασμα, με μία μόνο κοφτερή ακμή, έτεμνε δια κρούσεως και δεν χρειαζόταν τους επιδέξιους χειρισμούς, που απαιτούσε το ξίφος. Γι’ αυτό την προτιμούσαν από το ξίφος οι πεζοί, που δεν είχαν την εκπαίδευση των οπλιτών (δηλαδή οι πελταστές και οι ψιλοί), αλλά μερικές φορές τη χρησιμοποιούσαν και οι οπλίτες.
Αποτελούσε κατ΄ εξοχήν όπλο των ιππέων, οι οποίοι μη έχοντες την ισορροπία των πεζών δεν μπορούσαν να χειρισθούν αποτελεσματικά το ξίφος. Ήταν πολύ ισχυρό όπλο, αφού στον Γρανικό ο Κλείτος με χτύπημα της κοπίδας απέκοψε από τον ώμο όλο το χέρι του Σπιθριδάτη. Φαίνεται ότι οι ελληνικές μάχαιρες όχι μόνο διέφεραν ουσιωδώς από τις βαρβαρικές, αλλά και πλεονεκτούσαν έναντι αυτών, διότι οι ιππείς του Κύρου του νεώτερου έφεραν ελληνικές μάχαιρες, όπως ρητώς αναφέρει ο Ξενοφών.
Ακινάκης :
Κοντό περσικό ξίφος, το οποίο στην πραγματικότητα ήταν εγχειρίδιο.
Εκηβόλα Όπλα
Τα εκηβόλα όπλα των αρχαίων Ελλήνων στρατιωτών, δηλαδή τα στοιχεία του ατομικού τους οπλισμού, που ενεργούσαν σε μεγάλη απόσταση, χρησίμευαν μόνο στην καταστροφή του αντιπάλου και ήταν τα παρακάτω:
Ακόντιο : 
Ήταν πιο λεπτό, πιο κοντό, πιο διατρητικό από το δόρυ και δεν έφερε σαυρωτήρα. Πολλές φορές διέθετε την αγκύλην, μία θηλιά από ιμάντες, μέσα στους οποίους περνούσαν τον δείκτη και τον μέσο δάκτυλο, ώστε κατά τη ρίψη να του προσδώσουν στροφορμή, η οποία βελτιώνει τη διατρητική ικανότητα. Κάποιοι από τους στρατούς των Περσών χρησιμοποιούσαν επίσης ακόντια, που αντί μεταλλικής αιχμής είχαν απλώς σκληρυνθεί στη φωτιά.
Μεσάγκυλο :
Ήταν περσικό ακόντιο. Όπως φαίνεται κι απ’ το όνομά του, στο μέσον έφερε αγκύλην.
Παλτό (από το ρήμα πάλλω) : 
Είδος ακοντίου ή ελαφρού δόρατος, που χρησιμοποιούσαν οι ιππείς και κυρίως οι Πέρσες. Ο Ξενοφών συνιστούσε στους Αθηναίους ιππείς να χρησιμοποιούν δύο παλτά κρανέϊνα, εκ των οποίων το ένα θα εξακοντιζόταν κατά του εχθρού και το άλλο θα χρησιμοποιούνταν όπως το οπλιτικό δόρυ.
Σαυνίον : 
Σαθρό βαρβαρικό ακόντιο.
Τόξο : 
Αρχαιότατο εκηβόλο όπλο. Στην Ελλάδα χρησιμοποιούσαν το απλό τόξο περισσότερο από το παλίντονο. Οι ανατολικοί λαοί, ίσως και οι Κρήτες τοξότες, χρησιμοποιούσαν το παλίντονο. Εκτός από αυτούς τους δύο τύπους, ο Ηρόδοτος αναφέρει στον περσικό στρατό πολλά επιχώρια (τοπικής τεχνοτροπίας όπως Μηδικά, Πακτυϊκά, Αιθιοπικά κλπ), καλαμένια, κρανέϊνα, από ξύλο φοίνικα μήκους 4 πήχεων (περίπου 1,9μ). Τα βέλη ήταν συνήθως καλαμένια, με σιδερένιες αιχμές. Τα ινδικά τόξα ήταν ίσα με το ύψος του τοξότη, τα στερέωναν με το αριστερό πόδι στο έδαφος και τέντωναν τη χορδή, όσο πιο πολύ μπορούσαν. Τα βέλη τους είχαν ξύλινο στέλεχος, ήταν λίγο μικρότερα από 3 πήχεις (περίπου 1,4μ) και η ορμή τους ήταν τόση, ώστε ούτε θώρακας ούτε ασπίδα μπορούσαν να αποκρούσουν απευθείας βολή ινδικού βέλους.
Εκείνο που τραυμάτισε τον Αλέξανδρο του άνοιξε πληγή πλάτους 3 (περίπου 5,5εκ) και μήκους 4 δακτύλων (περίπου 7,4εκ), όσο δηλαδή ήταν το πάχος της αιχμής. Οι Καρδούχοι (Κούρδοι) ήταν επίσης άριστοι τοξότες, τα τόξα τους είχαν μήκος σχεδόν 3 (περίπου 1,4μ) και τα βέλη περισσότερο από 2 πήχεις (περίπου 1μ). Και αυτά τα βέλη λόγω της ορμής τους διαπερνούσαν ασπίδες και θώρακες και οι Έλληνες όσα από αυτά έπεφταν στα χέρια τους τα μετέτρεπαν σε ακόντια, προσαρμόζοντάς τους αγκύλες.
Σφενδόνη : 
Ήταν συνήθως από έντερο και στη μέση υπήρχε μία δερμάτινη ενίσχυση, ο θύλαξ, όπου τοποθετούσαν μία πέτρα ή σφαίρα από άργιλο ή ένα μεταλλικό (συνήθως μολύβδινο) βλήμα, με ατρακτοειδές σχήμα, τον πεσσόν.
Τα μολύβδινα βλήματα ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικά και κατά τον Ξενοφώντα είχαν βεληνεκές διπλάσιο των λίθινων. Το βεληνεκές της σφενδόνης έφθανε τα 200μ, ενώ οι μεταλλικοί πεσσοί ζύγιζαν 20-30 γραμ. Ο Πολύαινος μας πληροφορεί ακόμη ότι η σφενδόνη είχε μεγαλύτερο βεληνεκές από το τόξο.
Η ΠΑΝΟΠΛΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Ο Αλέξανδρος, ως ο κορυφαίος αριστοκράτης της Μακεδονίας, ελάμβανε μέρος στις μάχες επί κεφαλής του ιππικού και έφερε την τυπική πανοπλία του Έλληνα ιππέα. Συγκεκριμένα, στη μάχη του Γρανικού ρητώς έφερε κράνος, ασπίδα και δόρυ, αλλά δεν υπάρχει καμία μνεία για τον θώρακα, τις εμβάδες και τη μάχαιρα. Το δόρυ του συνετρίβη στον θώρακα του Ροισάκη. Η ασπίδα τον προστάτεψε από πλήγμα του Σπιθριδάτη με δόρυ και ίσως ήταν εκείνη, που πήρε από τον ναό της Αθηνάς στην Τροία. Το κράνος του είχε πλούσια χαίτη και εκατέρωθέν της από ένα λευκό φτερό, μεγάλο και εντυπωσιακό, μάλλον σαν αυτό που απεικονίζεται στον μακεδονικό τάφο στα Λευκάδια. Το κράνος αυτό σκίστηκε στα δύο από την κοπίδα του Ροισάκη, αλλά προστάτευσε τον Αλέξανδρο.
Στη μάχη των Γαυγαμήλων έχουμε πληρέστερη περιγραφή της πανοπλίας του. Πρώτα απ’ όλα φορούσε Σικελικό ζωστό ὑπένδυμα (εσωτερικό ένδυμα) και από πάνω διπλό λινοθώρακα, από τα λάφυρα της Ισσού. Επίσης λινοθώρακα καταγράφεται ότι φορούσε, όταν τραυματίσθηκε στη χώρα των Μαλλών. Το κράνος του στα Γαυγάμηλα ήταν έργο του Θεόφιλου, σιδερένιο, με προσαρμοσμένο λιθοκόλλητο περιτραχήλιο. Αυτή η πληροφορία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, αν είναι ακριβής, διότι το περιτραχήλιο αποτελούσε τμήμα της πανοπλίας των μυκηναϊκών χρόνων και όχι των κλασσικών. Αν πράγματι ο Αλέξανδρος έφερε περιτραχήλιο, ίσως πρέπει να το θεωρήσουμε ως πρόσθετο μέσο ασφαλείας λόγω της θέσεώς του στην ανώτατη βαθμίδα του κράτους του και του συμμαχικού στρατού.
Στις μάχες χρησιμοποιούσε πάντοτε μάχαιρα και εκείνη στα Γαυγάμηλα ήταν δώρο του βασιλιά των Κιτιέων, «με θαυμάσιο χρώμα και πολύ ελαφριά». Πάνω από τον λινοθώρακα φορούσε λεπτή χλαίνη, την οποία συγκρατούσε πόρπη εξαιρετικής τέχνης, δώρο της πόλης των Ροδίων και έργο του Ελικώνα του παλιού. Είναι μάλλον βέβαιο ότι αυτά τα δώρα τα είχαν προσφέρει η πόλη του Κιτίου της Κύπρου και της Ρόδου αντίστοιχα, όταν κατά την πολιορκία της Τύρου πείσθηκαν ότι τα κρατικά τους συμφέροντα επέβαλλαν τη συμμαχία με τον Αλέξανδρο.
Βγαίνοντας από τη σκηνή του στα Γαυγάμηλα, έφερε όλον τον οπλισμό εκτός από το κράνος, το οποίο φόρεσε στη συνέχεια. Βλέπουμε δηλαδή ότι ο Αλέξανδρος δεν εξετίθετο σε άσκοπους κινδύνους, αλλά εφάρμοζε κατά γράμμα τον κανονισμό, όπως θα λέγαμε σήμερα, και έφερε ολόκληρη την πανοπλία του Έλληνα ιππέα, όπως περιγράφεται πιο πάνω. Όσο για το ψηφιδωτό της Πομπηίας, δεν είχε βέβαια σκοπό να εικονογραφήσει κάποιο στρατιωτικό κανονισμό, αλλά να αποδώσει αφηρωισμένη τη μορφή και την υπεροχή του Αλεξάνδρου στην πρώτη σύγκρουσή του με τον ως τότε κοσμοκράτορα.
Πρέπει πάντως να σημειώσουμε ότι σε αντίθεση προς όλους τους Έλληνες ιστορικούς ο Κούρτιος επιλέγει να ισχυριστεί ότι ο Αλέξανδρος «σπανίως φορούσε θώρακα κι αυτό το έκανε μετά από προτροπές των εταίρων και όχι από φόβο για τον κίνδυνο, που θα αντιμετώπιζε».
ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΜΗΧΑΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΤΙΜΕΤΡΑ
Οι Έλληνες της Σικελίας προφανώς λόγω των συχνών αναμετρήσεών τους με τους άλλους εποικιστές του νησιού, τους Καρχηδόνιους, που ήταν άποικοι των Φοινίκων και εξαίρετοι μηχανοποιοί, πρώτοι απ’ όλους τους Έλληνες χρησιμοποίησαν πολεμικές μηχανές, τουλάχιστον τις πιο πολύπλοκες και σε πιο μεγάλη έκταση. Παράλληλα είχαν αναπτύξει όλη την υπόλοιπη πολεμική βιομηχανία, όπως φαίνεται και από την κατασκευή της τετρήρους και της πεντήρους.
Οι Φοίνικες ήταν εφευρετικότατοι μηχανοποιοί, γι’ αυτό και ο Αλέξανδρος ενέταξε στη στρατιά του μηχανοποιούς από τη Φοινίκη και την Κύπρο (όπου επίσης συγκρούονταν οι Έλληνες και Φοίνικες εποικιστές). Τις πολιορκητικές μηχανές τις αποσυναρμολογούσαν, για να τις μεταφέρουν, και τις επανασυναρμολογούσαν, για να τις χρησιμοποιήσουν. Τις μετέφεραν συνεχώς μαζί τους με τα σκευοφόρα, ενώ όταν ήταν δυνατή η δια θαλάσσης μεταφορά τους, τις φόρτωναν σε ιππαγωγά πλοία.
Στην πολιορκία της Τύρου, τη δυσκολότερη όλων όσων έκανε στην εκστρατεία του, ο Αλέξανδρος τοποθέτησε μηχανές σε πλοία, τα οποία προσπαθούσαν να αποφύγουν τα αντίμετρα των Τυρίων και να προσεγγίσουν στα τείχη, για να τους προξενήσουν ρήγματα. Επίσης στα πλοία είχε ανεβάσει τοξότες και καταπέλτες, για να πλήττουν τους υπερασπιστές και να εξουδετερώνουν τα αντίμετρά τους, καθώς και τμήματα εφόδου, που θα ανέβαιναν στα τείχη με τις γέφυρες που έφεραν οι μηχανές.
Αναλυτικά, στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου αναφέρονται ρητώς οι εξής μηχανές:
Κριός : 
Είναι η εμβληματικότερη πολεμική μηχανή, όλων των εποχών. Αποτελούνταν από ένα ξύλινο δοκάρι, που στη μία άκρη του είχε προσαρμοσμένη μεταλλική μάζα. Τον χρησιμοποιούσαν για την πρόκληση ρηγμάτων στα τείχη και το γκρέμισμα των πυλών. Προφανώς ονομάσθηκε έτσι κατ’ αναλογίαν προς τους κριούς (τα κριάρια), που ορμούν με το κεφάλι εναντίον των αντιπάλων τους. Στην απλούστερη μορφή του τον κρατούσαν στα χέρια μερικοί στρατιώτες, που τον έριχναν με ορμή στην πύλη. Στην αποτελεσματικότερη μορφή του ο κριός βρισκόταν μέσα σε κινούμενο στέγαστρο, την κριοφόρο χελώνη, που κατά κανόνα αποτελούσε τμήμα πολιορκητικού πύργου.
Ο χάλκινος “κριός” είναι η μοναδική στο είδος πολιορκητική μηχανή, που έχει διασωθεί από την αρχαιότητα. Έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου. Η μία στενή πλευρά απολήγει σε μεγάλα δόντια και στην άλλη προσαρμοζόταν ο ξύλινος στειλεός, που δεν διατηρήθηκε. Σε κάθε πλατιά πλευρά του διακοσμείται με κεφαλή κριού. Στη διακόσμηση αυτή οφείλει και την ονομασία του. Τα δόντια είναι λυγισμένα και φθαρμένα, γεγονός που φανερώνει ότι είχε χρησιμοποιηθεί ως πολιορκητική μηχανή πριν αφιερωθεί στο ιερό του Δία της Ολυμπίας. Χρονολογείται στο πρώτο μισό του 5ου αι. π. Χ. και ίσως είναι σικελικού εργαστηρίου.
Καταπέλτης : 
Στον Ελληνικό κόσμο εμφανίσθηκε για πρώτη φορά το 399 π.Χ. στον πόλεμο του τυράννου των Συρακουσών, Διονυσίου, κατά των Καρχηδονίων απ’ τους οποίους προφανώς τον αντέγραψε. Ήταν μεγάλο μηχανικό τόξο, που εκτόξευε μεγάλα βέλη. Από τον καταπέλτη, τον οποίο ο Διόδωρος αναφέρει ως οξυβελή, εξελίχθηκαν οι λιθοβόλοι καταπέλτες, τους οποίους ο Διόδωρος αναφέρει απλώς ως καταπέλτες.
Πετροβόλος του Xάρωνα :
Πετροβόλο μηχάνημα από την εποχή του Φίλιππου B΄ και του Μεγάλου Aλεξάνδρου (4ος-3ος π.Χ. αι.) που επινοήθηκε πιθανότατα από τον μηχανικό Χάρωνα τον Μαγνήσιο. Πληροφορίες σχετικές με την κατασκευή του μας δίνει ο Bίτων, αλλά η περιγραφή του σε βυζαντινό τεχνικό εγχειρίδιο του 10ου αιώνα (Πολιορκητικά) αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι μηχανήματα του είδους χρησιμοποιούνταν τουλάχιστον μέχρι τότε.
Πράγματι, παρά τη βαριά και συμπαγή κατασκευή του και την απουσία βάσης στήριξης και περιστροφής, υπήρξε ο πρόγονος της παλίντονης πετροβόλου τοξοβαλλίστρας των μέσων χρόνων και το ενδιάμεσο στάδιο από τους γαστραφέτες του Διονύσου, τυράννου των Συρακουσών (4ος αι. π.X.) έως τα ziyar των αραβικών furusiya (12ος-15ος αι. μ.X.) και τις arbalettes του Da Vinci (15ος αι. μ.X.). Aπό μηχανικής άποψης πρόκειται για ένα ισχυρό παλίντονο τόξο πάνω σ’ έναν μεγεθυσμένο και σιδερόδετο μηχανισμό γαστραφέτη, με μάγγανο για την έλξη και αυτοματισμό με τροχαλία (ράουλα) για ταχεία επανόπλιση. Είχε δυνατότητα ρίψης σφαιρών από πέτρα, ψημένο πηλό και μόλυβδο, βάρους 3-4 κιλών.
Πρόσφατο αρχαιολογικό εύρημα (σφαιρικό βλήμα από άσφαλτο) αποτελεί ένδειξη ότι μηχανήματα του είδους χρησιμοποιήθηκαν για τη ρίψη εμπρηστικών υλών από το «πυροβολικό» του Mεγ. Αλέξανδρου.
Παλίντονος Καταπέλτης :
Οι καταπελτικές μηχανές αποτελούσαν πολεμικό εξάρτημα του στρατού από τον 4ο αι. π.Χ.. Για πρώτη φορά μνημονεύεται οτι ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος χρησιμοποίησε καταπέλτες.
Η ακριβής περιγραφή του παλίντονου καταπέλτη δεν έχει διασωθεί. Λίγες αναφορές έχουμε που παριστάνουν κυρίως την μπροστινή όψη, έτσι όπως την έβλεπε ο εχθρός. Από ανακατασκευαστικές εργασίες έχουμε κάποιες τεχνικές περιγραφές, που θέλουν το παλίντονο να είναι ως εξής. Το παλίντονο λειτουργεί όπως και το τόξο, είναι όμως πιο σύνθετο στην κατασκευή και χρήση του. Πρόκειται για παραλλαγή και μάλλον εξέλιξη του ευθύτονου, και παρουσιάζει όμοια χαρακτηριστικά της χορδής, του πλαισίου και του μηχανισμού.
Ανάλογα με την χρήση του εκσφενδόνιζε λίθους μάζας μέχρι και 75 κιλά, σιδερένιες μπάλες, ή μυτερά παλούκια. Τα βλήματα εκτινάζοταν ψηλά αφού η θέση στην οποία ήταν τοποθετημένα δεν ήταν σε οριζόντια, αλλά σε κλίση 45 μοιρών. Το παλίντονο χρησιμοποιείτο για βολές σε σταθερούς στόχους, π.χ. φρούρια, και γιαυτό ήταν τοποθετημένο σε σταθερή, ακίνητη βάση. Η δύναμη κρούσης του ήταν ολέθρια, αφού το βλήμα μπορούσε να ανοίξει τρύπα ή να ρίξει τοίχο.
Έμοιαζε με μικρό κτίριο ή πύργο, και γενικά επρόκειτο για κατασκευή δύσκολη στην μεταφορά και στην χρήση της. Πριν την μεταφορά έπρεπε να αποσυναρμολογηθεί, ενώ στην θέση της μάχης έπρεπε να συναρμολογηθεί ξανά. Μετά την βολή χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να ξανατεντώσουν τα σχοινιά, ενώ η εξειδικευμένη ομάδα που το χειριζόταν ήταν ιδιαίτερα εκπαιδευμένη και χρησιμοποιούσε βοηθητικές μηχανές. Το τέντωμα των σχοινιών ήθελε ιδιαίτερη τέχνη, και έπρεπε να γίνεται απολύτως συμμετρικά, έτσι ώστε η βολή να είναι όσο το δυνατόν πιο ευθεία.
Aυτό το είδος καταπέλτη ονομαζόταν και μονάγκων. Χρησιμοποιήθηκε από τα στρατεύματα του Φιλίππου B’ και του Αλέξανδρου κατά τις εκστρατείες τους και αντικαταστάθηκε κατόπιν από μηχανήματα με δυο αγκώνες (βαλλίστρες), τα οποία είχαν μεγαλύτερη ακρίβεια στη σκόπευση, για να εμφανιστεί αργότερα στη ρωμαϊκή εποχή με την ονομασία όναγρος. Αναφορά στον μονάγκωνα κάνει ο Φίλων και περιγραφές των εξαρτημάτων του υπάρχουν στα Πολιορκητικά, του Aπολλόδωρου και του Ήρωνα του Bυζάντιου. Tο μηχάνημα αυτό ήταν λιθοβόλο, απλό στην κατασκευή του και είχε τη δυνατότητα ρίψης σφαιρών από επεξεργασμένη πέτρα και ανεπεξέργαστων κομματιών βράχου.
Τρύπανον : 
Ήταν τρυπάνι, με το οποίο προκαλούσαν ρήγματα στα τείχη. Αποτελούνταν από μια υπότροχη πλατφόρμα και μια δίριχτη στέγη πυροπροστασίας και απόσβεσης των εχθρικών πληγμάτων . Στο δάπεδο του υπήρχε μια αύλακα πάνω σε ορθοστάτες (που έφερε κύλιστρα στο κατώτερο μέρος της), ἐνα οριζόντιο βαρούλκο πίσω και δύο τροχαλίες εμπρός. Μια μακριά ξύλινη δοκός με μεταλλική κεφαλή ήταν προσδεδεμένη κατάλληλα με σχοινιά που ξεκινούσαν από το οπίσθιο τμήμα της, διέτρεχαν τις τροχαλίες, περιέτρεχαν το τύμπανο του βαρούλκου και κατέληγαν στο εμπρόσθιο.
Οι χειριστές τοποθετημένοι εκατέρωθεν της δοκού τραβούσαν πίσω μπρός τα σχοινιά και η δοκός έπληττε με σταθερή δύναμη κρούσης το εχθρικό τείχος. Δύο επιπλέον όρθια κύλιστρα στην κορυφή της αύλακας εξασφάλιζαν την ακριβή στόχευση της κεφαλής της παλινδρομούσας δοκού επιτυγχάνοντας εξαιρετική διεισδυτικότητα (όπως τα σύγχρονα κρουστικά τρυπάνια που έχουν τον ίδιο τρόπο λειτουργίας). Σε περίπτωση σφηνώματος της κεφαλής της δοκού στο εχθρικό τείχος χρησιμοποιούσαν επικουρικά το χειροκίνητο βαρούλκο για την αποκόλληση της. Για εποπτικούς λόγους η δεξιά πλευρά της ανακατασκευής δεν έχει ολοκληρωθεί. Πηγές Αθηναίος, Περί μηχανημάτων Βιτρούβιος, Περί αρχιτεκτονικής.
Χελώνη : 
Ήταν ξύλινο τροχήλατο στέγαστρο, συνήθως τετράγωνο, μέσα στο οποίο προστατεύονταν από τα εχθρικά τοξεύματα άλλες μηχανές και οι χειριστές τους. Η χελώνη, όταν προστάτευε πολιορκητικό κριό, ονομαζόταν κριοφόρος χελώνη, όταν προστάτευε τρύπανον, ονομαζόταν τρυπανοφόρος χελώνη και όταν προστάτευε προσωπικό, που έκανε χωματουργικές εργασίες, ονομαζόταν χωστρίς χελώνη.
Γέφυρα : 
Αποτελούσε μέρος άλλης πολιορκητικής μηχανής, του πύργου. Προφανώς βρισκόταν στο ύψος των επάλξεων και μέσω αυτής τις προσέγγιζε το τμήμα εφόδου, που επέβαινε στον πύργο. Υπερτερούσε της απλής κλίμακος, διότι το τμήμα εφόδου εξετίθετο στα εχθρικά τοξεύματα μόνο κατά τη στιγμή της τελικής εφόρμησης, ενώ οι τοξότες και οι οξυβελείς καταπέλτες, που μετέφερε ο πύργος καταπονούσαν τους αμυνόμενους.
Πύργος : 
Ήταν κινούμενη κατασκευή, που συνδύαζε αρκετές πολιορκητικές μηχανές ταυτόχρονα, και μπορεί να περιγραφεί ως πολυώροφη χελώνη. Στους χαμηλότερους ορόφους προστατεύονταν κριοί ή τρύπανα. Στους ανώτερους ορόφους βρίσκονταν οξυβελείς καταπέλτες ή τοξότες, που προστάτευαν τη μηχανή και ταυτόχρονα προσέβαλλαν τους υπερασπιστές των τειχών. Στο ύψος των επάλξεων βρισκόταν η γέφυρα, με την οποία στρατιώτες εξειδικευμένοι στις τειχομαχίες επιχειρούσαν να ανέβουν στα τείχη. Ο πύργος είχε και αμυντική χρήση, αλλά τότε ήταν συνήθως σταθερή κατασκευή, πάνω στα τείχη. Έτσι, στην Αλικαρνασσό, οι Πέρσες είχαν κατασκευάσει ξύλινο πύργο γεμάτο καταπέλτες, για να βάλλουν καλύτερα κατά των πολιορκητών.
Πυρφόρα Τοξεύματα :
Ήταν συνήθως εμπρηστικά βέλη, που πυρπολούσαν τις ξύλινες κατασκευές στις οποίες καρφώνονταν.
Κλίμαξ : 
Ήταν απλή ξύλινη σκάλα, με την οποία τα τμήματα εφόδου επιχειρούσαν να αναρριχηθούν στις επάλξεις. Στο πάνω μέρος της ήταν δεμένα δύο σκοινιά, με τα οποία την κρατούσαν σταθερά δύο στρατιώτες στη βάση των τειχών, ώστε να μην την ανατρέψουν οι πολιορκούμενοι.
ΑΝΤΙΜΕΤΡΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ
Τα αντίμετρα, που χρησιμοποιούσαν οι πολιορκούμενοι για κάθε μία πολιορκητική μηχανή ήταν τα εξής:
Κριός :
Οι πολιορκούμενοι απέκρουαν ή περιόριζαν την αποτελεσματικότητα των πληγμάτων του με δερμάτινα ασκιά φουσκωμένα με αέρα, άχυρο, φύκια, μαλλί ή άλλα υλικά. Τον έθεταν προσωρινά εκτός λειτουργίας συλλαμβάνοντας και ακινητοποιώντας την κεφαλή του με θηλιές ή κόβοντας με μακριά δρεπανηφόρα κοντάρια τα σκοινιά, από τα οποία ήταν ανηρτημένος. Επίσης κρεμούσαν λοξά στις επάλξεις μολύβδινα δοκάρια, τα οποία άφηναν ελεύθερα από τη μία πλευρά κι εκείνα έπεφταν με ορμή πάνω στη μηχανή καταστρέφοντάς την. Όμως οι πολιορκητές βρήκαν…αντίμετρο αυτού του αντίμετρου και εξουδετέρωναν το δοκάρι, πριν προξενήσει οποιαδήποτε ζημιά.
Τρύπανον : 
Το κατέστρεφαν με μολύβδινα δοκάρια κρεμασμένα λοξά στις επάλξεις, τα οποία ξαφνικά αφήνονταν ελεύθερα κι έπεφταν με ορμή στο τρύπανον.
Πέτρες :
Για να συντρίβουν τους κριούς και τα τρύπανα των πολιορκητών, οι πολιορκούμενοι κρεμούσαν από καρκίνους (γάντζους) μεγάλες πέτρες μεγέθους άμαξας έξω από τα τείχη. Πριν ελευθερώσουν τις πέτρες και για να μην αστοχήσουν, έρριχναν την κάθετον (νήμα της στάθμης). Όπως δηλαδή παλαιότερα έρριχναν ένα τροχιοδεικτικό βλήμα και όπως σήμερα χρησιμοποιούν σκόπευτρο με λέιζερ, προκειμένου να μην αστοχήσει το κυρίως βλήμα.
Χελώνη :
Οι πολιορκούμενοι έριχναν στις πολιορκητικές χελώνες λιωμένο μολύβι και τις διέλυαν. Ως αντίμετρο αυτού του αντιμέτρου οι πολιορκητές τοποθετούσαν πάνω στις χελώνες ένα στρώμα από χώμα και πηλό σε κωνική μορφή. Πάντως ο συνηθέστερος τρόπος για να τις καταστρέψουν ήταν ο εμπρησμός.
Τοξεύματα : 
Για προστασία από τα τοξεύματα (βέλη απλά και καταπελτικά, πεσσοί σφενδόνης, ακόντια) οι πολιορκούμενοι τέντωναν πάνω από τις επάλξεις πανιά αδιάτρητα, χοντρά παραπετάσματα και καλαμωτές πλεγμένες οριζόντια και κάθετα. Επίσης άναβαν καπνογόνες ουσίες, για να περιορίσουν την ορατότητα των πολιορκητών.
Καταπέλτες Λιθοβόλοι : 
Οι πολιορκούμενοι απέκρουαν ή περιόριζαν την αποτελεσματικότητα των πληγμάτων του λιθοβόλου καταπέλτη, όπως κι εκείνων του κριού. Φούσκωναν δερμάτινα ασκιά με αέρα, άχυρο, φύκια, μαλλί ή άλλα υλικά, ώστε να είναι μαλακά και ελαστικά, τα κρεμούσαν μπροστά από τα τείχη, στο προσβαλλόμενο σημείο, και αυτά απορροφούσαν την ορμή της πρόσκρουσης.
Πύργος : 
Για να αχρηστεύσουν τους πολιορκητικούς πύργους, που μετέφεραν καταπέλτες, σφενδονήτες και τοξότες, οι πολιορκούμενοι υπέσκαπταν το έδαφος, ώστε να υποχωρεί υπό το βάρος του πύργου.
Εμπρησμός : 
Τον χρησιμοποιούσαν κυρίως οι πολιορκούμενοι για να εμποδίσουν ή να ανακόψουν την είσοδο των πολιορκητών από κάποιο ρήγμα ή παραβιασμένη πύλη, κυρίως όμως για να καταστρέψουν τις πολιορκητικές μηχανές. Για να αντιμετωπίσουν τα ρήγματα στα τείχη και τις πύλες, άναβαν φωτιά από τη μέσα πλευρά του τείχους.
Για την πυρπόληση των μηχανών, κατασκεύαζαν κάτι σαν βόμβα Μολότωφ ως εξής: τοποθετούσαν πίσσα, θειάφι, στουπί, μικρά κομμάτια από λιβάνι και πριονίδια πεύκου μέσα σε αγγείο, άναβαν το μίγμα και εκσφενδόνιζαν το αγγείο εναντίον της μηχανής. Το αγγείο έσπαγε και το φλεγόμενο μίγμα περιέλουζε τη μηχανή.Στις πολιορκητικές χελώνες έριχναν από τα τείχη κατά σειρά πίσσα, στουπί και θειάφι, και μετά με σκοινί κατέβαζαν πάνω τους αναμμένα δεμάτια με κλαδιά. Έρριχναν ακόμη ροπαλοειδή ξύλα με καρφιά στις δύο άκρες και εύφλεκτα υλικά στο μέσον. Τα καρφιά στερέωναν το σκεύασμα στην μηχανή και τα εύφλεκτα υλικά την έκαιγαν.
Κατάσβεση Πυρκαϊάς : 
Αντίμετρο των πολιορκητών στους εμπρησμούς των πολιορκουμένων ήταν η ρίψη ξυδιού από τον πολιορκητικό πύργο. Το ξύδι είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην κατάσβεση της φωτιάς και παράλληλα έχει την ιδιότητα να εμποδίζει την πρόκληση νέας πυρκαϊάς. Εκτός από τα παραπάνω γενικώς γνωστά αντίμετρα, στην πολιορκία της Τύρου ο Διόδωρος αναφέρει και μία σειρά από άλλα αντίμετρα, άγνωστα στους άλλους Έλληνες συγγραφείς της εποχής του Αλεξάνδρου, ενώ από τους ιστορικούς της εκστρατείας μόνο ο Κούρτιος επαναλαμβάνει μερικά.
Αυτά τα αντίμετρα είναι τα εξής :
Καταπελτικά Βέλη : 
Για την αντιμετώπισή τους οι Τύριοι είχαν τοποθετήσει στις επάλξεις τροχούς, άλλους ξύλινους και άλλους μαρμάρινους, με πυκνά διαφράγματα, τους οποίους περιέστρεφαν με κάποιον απροσδιόριστο μηχανισμό. Οι περιστρεφόμενες ακτίνες είτε κατέστρεφαν είτε εξοστράκιζαν τα βέλη.
Προσωπικό : 
Κατά των τμημάτων εφόδου, που προσπαθούσαν να πηδήξουν από τις μηχανές στα τείχη έρριχναν αλιευτικά δίχτυα και όσους μπλέκονταν σ’ αυτά τους γκρέμιζαν στο κενό. Επίσης εξακόντιζαν τρίαινες δεμένες στο πίσω μέρος με σκοινί. Αυτές καρφώνονταν στις (προφανώς μη μεταλλικές) ασπίδες των πολιορκητών και, τραβώντας με το σκοινί τις τρίαινες, οι Τύριοι είτε τους γκρέμιζαν στο κενό, είτε τους έπαιρναν τις ασπίδες και τους εξέθεταν στα τοξεύματα. Για να πετάξουν από τα θωράκια των πύργων στο κενό τους τειχομάχους των Μακεδόνων, οι Τύριοι χρησιμοποιούσαν κόρακες και σιδηρές χείρες (κάποια είδη γάντζων).
Χρησιμοποιούσαν επίσης διάπυρους μύδρους (πυρωμένα κομμάτια μετάλλου ή πέτρας), τα οποία εκτόξευαν με τους απροσδιόριστους πυρφόρους κατά των πολιορκητών. Ένα άλλο ενδιαφέρον αντίμετρο ήταν η άμμος (ο Κούρτιος προσθέτει και περιττώματα), την οποία οι Τύριοι πύρωναν μέσα σε χάλκινες ή σιδερένιες ασπίδες και μετά την εκσφενδόνιζαν με κάποιον απροσδιόριστο μηχανισμό. Η πυρωμένη άμμος εισχωρούσε μέσα από θώρακες και ενδύματα, κατέκαιε τις σάρκες των πολιορκητών και τους προκαλούσε το θάνατο με φρικτούς πόνους.
Για την αντιμετώπιση των πλοίων, που έφεραν μηχανές και πλησίαζαν τα τείχη της Τύρου, ο Κούρτιος περιγράφει ένα αντίμετρο αντίστοιχο των ογκόλιθων, που χρησιμοποιούνταν στις χερσαίες πολιορκίες. Συγκεκριμένα λέει ότι έξω από τα τείχη κρεμούσαν χοντρά δοκάρια. Οι ναυτικοί ή τα ίδια τα πλοία τραυματίζονταν από γάντζους και λεπίδες προσαρμοσμένα στα δοκάρια, όταν ξαφνικά τα άφηναν ελεύθερα.
ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ
Τα κωλύματα (=εμπόδια) είναι ο αρχαιότερος πολλαπλασιαστής ισχύος ενός στρατού και η αξιοποίησή τους είναι ένας από τους καλύτερους δείκτες ικανότητάς του. Είτε φυσικά είτε τεχνητά, χρησιμοποιούνται ανέκαθεν από τον αμυνόμενο, για να ενισχύσει την αμυντική του προσπάθεια και να αποτρέψει ευκολότερα τον επιτιθέμενο.
Επανδρωμένα με την κατάλληλη στρατιωτική δύναμη χρησιμεύουν στο να ανακόψουν την συντεταγμένη προέλαση του επιτιθέμενου και να του προξενήσουν όσον το δυνατόν περισσότερες απώλειες σε προσωπικό, υλικό και εφόδια ή να προσφέρουν χρόνο στον αμυνόμενο, ώστε να σχηματίσει νέα γραμμή άμυνας σε άλλο σημείο (όπως έκαναν οι Έλληνες στις Θερμοπύλες) ή να ανασυντάξει τις δυνάμεις του ή να προλάβουν να φθάσουν ενισχύσεις και εφόδια. Χωρίς τη συνδυασμένη δράση προσωπικού τα κωλύματα το μόνο που μπορούν να προσφέρουν είναι μία περισσότερο ή λιγότερο ασήμαντη επιβράδυνση της προέλασης του επιτιθεμένου.
Η βασική αρχή λειτουργίας των κωλυμάτων είναι να υποχρεώνουν την εχθρική δύναμη να περάσει από ένα και μόνο σημείο, επιτηρούμενο από την κατάλληλη δύναμη του αμυνόμενου, που συνήθως είναι μικρό κλάσμα της δύναμης του επιτιθέμενου. Προκείμενου να περάσει το κώλυμα, ο επιτιθέμενος υποχρεούται να κινείται με μικρή ταχύτητα και να πυκνώνει τις τάξεις του, προσφέροντας εύκολο στόχο στις δυνάμεις του αμυνόμενου.
Η αποτελεσματικότητα των κωλυμάτων ανέκαθεν αύξανε, όσο αύξανε το μέγεθος του επιτιθέμενου στρατού και αντίθετα μειωνόταν όσο μειωνόταν ο αριθμός του, με ακρότατη περίπτωση τους λίγους πεζούς στρατιώτες, που θεωρητικά κωλύονται μόνο από τους μεγάλους γκρεμούς και τη θάλασσα. Στην εξουδετέρωση των κωλυμάτων πρωταγωνιστής υπήρξε πάντοτε το μηχανικό.
Στην αχανή επικράτεια της Αχαιμενιδικής αυτοκρατορίας υπήρχε πληθώρα κωλυμάτων, όμως μόνο ένα, τις Περσίδες Πύλες, κατόρθωσαν να αξιοποιήσουν οι Πέρσες και να καθηλώσουν τον Αλέξανδρο, έστω και για λίγο. Όλα αυτά τα κωλύματα ήταν γνωστά στους Έλληνες περί τα 70 χρόνια πριν την εκστρατεία του Αλεξάνδρου, όταν τα απαρίθμησε υπό μορφήν απειλής ο Τισσαφέρνης στον επικεφαλής των Μυρίων, τον Κλέαρχο. Ωστόσο στην ανάβαση, τόσο του Κύρου όσο και του Αλεξάνδρου, αυτά εκμηδενίσθηκαν και αποδείχθηκαν άχρηστα είτε από την απροθυμία ή την απρονοησία των φρουρών να τα κρατήσουν.
Στην αφήγηση της εκστρατείας του Αλεξάνδρου οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρουν τα σημαντικότερα από τα κωλύματα αυτά, το αν αξιοποιήθηκαν ή όχι, και ποιες ήταν οι συνέπειες από τις επιμέρους επιλογές των Περσών.
ΦΥΣΙΚΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ
Πύλες : 
Ήταν στενά ορεινά περάσματα, που συνέδεαν δύο περιοχές και τα οποία ήταν κλεισμένα με τείχη και πύλες. Άλλοτε αναφέρονται με το όνομα και των δύο περιοχών, που συνέδεαν (π.χ. Πύλες Κιλικίας-Συρίας ή Συρίας-Κιλικίας), ανάλογα με τα σημεία αναχώρησης και προορισμού, κι άλλοτε μόνο με ένα. Όταν αναφέρονται μόνο με ένα όνομα, συνήθως (αλλά όχι πάντοτε) αυτό είναι το όνομα της χώρας προορισμού.
Έτσι, η Σουσιανή και η Περσίς συνδέονταν με τις Πύλες Σουσιανής-Περσίδας, αλλά προελαύνοντας από τα Σούσα προς την Περσέπολη, ο Αλέξανδρος πέρασε τις Πύλες, τις οποίες άλλος συγγραφέας ονομάζει Πύλες της Περσίας ή Περσίδες Πύλες, άλλος τις ονομάζει Σουσιάδες Πέτρες και άλλος Σουσίδες Πύλες. Αυτές ήταν κι οι μοναδικές Πύλες, όπου ο Αλέξανδρος βρήκε αντίσταση.
Περάσματα (ή Διαβάσεις) : 
Διέφεραν από τις Πύλες κατά το ότι δεν είχαν τεχνητές οχυρώσεις (τείχη και πύλες), αλλά προσφέρονταν για την καθήλωση μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων.
Ποτάμια : 
Επειδή οι Πέρσες κατέστρεφαν πλοία και γέφυρες, οι Μύριοι δεν μπορούσαν να περάσουν τον Τίγρη λόγω του βάθους, του πλάτους και των ορμητικών νερών του. Έτσι, υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν μαχόμενοι προς τις πηγές του, ως τα απόκρημνα Καρδούχεια όρη. Αντίθετα προς τους Μύριους, κανένα ποτάμι δεν μπόρεσε να ανακόψει την προέλαση του Αλεξάνδρου, ο οποίος τα περνούσε είτε χωρίς καμία προετοιμασία, είτε με γέφυρες, είτε με ασκοσχεδίες. Δεν τον σταμάτησε ούτε ο Υδάσπης, τον οποίο επιτηρούσε ισχυρή δύναμη Ινδών υπό τον πολύ αξιόλογο Πώρο.
ΤΕΧΝΗΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ
Τάφρος : 
Ο πεζός στρατιώτης εύκολα περνούσε την τάφρο με μία πρόχειρη γέφυρα. Όμως η διέλευσή της από το ιππικό, τα υποζύγια ή τις πολιορκητικές μηχανές αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα για το Μηχανικό. Οι τάφροι χρησίμευαν κυρίως για την καθήλωση του επιτιθεμένου μπροστά από τα τείχη της πολιορκούμενης πόλης και εντός του βεληνεκούς των τοξευμάτων του αμυνομένου. Επίσης χρησίμευαν γενικότερα στην εμπόδιση της προέλασης ή την εξουδετέρωση εχθρικών στρατευμάτων, μακρυά από τις πόλεις και σε αναπεπταμένα πεδία. Ενδεικτικά παραδείγματα χρήσης αμυντικών τάφρων είναι τα παρακάτω:
Ένα αξιοσημείωτο κώλυμα κατά προσωπικού και οχημάτων, που θα έλεγε κανείς ότι ο Αρταξέρξης ο Μνήμων το κατασκεύασε ειδικά για τους Μυρίους, δεν επανδρώθηκε ούτε για τους Μυρίους ούτε για τον Αλέξανδρο. Ήταν μία τάφρος πλάτους 5 οργιών (περίπου 9μ) και βάθους 3 (περίπου 5,3μ). Ξεκινούσε 12 παρασάγγες (περίπου 64χμ) νοτίως του τείχους της Μηδίας, όπου βρίσκονταν 4 διώρυγες, πλάτους 1 πλέθρου (περίπου 29,6μ) και μεγάλου βάθους.
Αυτές ξεκινούσαν από τον Τίγρη και έφταναν ως τον Ευφράτη, απείχαν 1 παρασάγγη (περίπου 5,3χμ) η μία από την άλλη, ήταν πλωτές και είχαν γέφυρες. Δίπλα στον Ευφράτη και την τάφρο υπήρχε ένα στενό πέρασμα 20 ποδών (περίπου 6μ), από το οποίο πέρασε ο Κύρος και ο στρατός του χωρίς να τους εμποδίσει ο Αρταξέρξης, όπως ο Δαρείος Γ΄ δεν εμπόδισε τον Αλέξανδρο.
Σε μία εισβολή των Θεσσαλών στη Φωκίδα, οι υποδεέστεροι στρατιωτικά Φωκείς έθεσαν εκτός μάχης το περίφημο θεσσαλικό ιππικό με το εξής τέχνασμα: έσκαψαν μία τάφρο, τη γέμισαν με άδειους αμφορείς και τη σκέπασαν με χώμα. Κατά την έφοδο, οι ίπποι των Θεσσαλών έσπασαν τα πόδια τους στην κρυμμένη τάφρο με τους αμφορείς. Η τάφρος γύρω από τα τείχη της Αλικαρνασσού είχε πλάτος 30 πήχεων (περίπου 14μ) και βάθος 15 (περίπου 7μ).
Τρίβολος : 
Ήταν κώλυμα κατά προσωπικού και κτηνών. Αποτελούνταν από τέσσερις αιχμές συνδεδεμένες μεταξύ τους, έτσι ώστε πέφτοντας στο έδαφος, η μία να είναι πάντοτε όρθια. Ο Πολύαινος ισχυρίζεται ότι στη μάχη των Γαυγαμήλων οι Πέρσες είχαν σκορπίσει τριβόλους μπροστά από το ιππικό του Αλεξάνδρου, υποχρεώνοντάς τον να κινηθεί πλαγίως, ώστε να αποφύγει την επικίνδυνη περιοχή. Αυτή η αναφορά δεν φαίνεται να είναι ακριβής, διότι οι Πέρσες δεν είχαν λόγους, ούτε τακτικής ούτε ψυχολογίας, για να χρησιμοποιήσουν τριβόλους. Διέθεταν μεγάλο αριθμό ιππέων, άριστα εκπαιδευμένων, οι οποίοι απετέλεσαν σε όλες τις περιπτώσεις το ισχυρότερο όπλο κρούσης τους, κι επιπλέον το ιππικό τους ήταν το τμήμα, που πάντοτε πολεμούσε γενναιότερα και το τελευταίο που εγκατέλειπε το πεδίο της μάχης.
Καμένη Γη : 
Η τακτική, που είναι γενικά γνωστή ως καμένη γη, εφαρμοζόταν πολύ συχνά στην αρχαιότητα από Έλληνες και βαρβάρους. Η επιτυχία της τακτικής αυτής ήταν ανάλογη της έκτασης της εφαρμογής της και περιελάμβανε την καταστροφή της ζωικής και γεωργικής παραγωγής, τη μόλυνση των πόσιμων υδάτων, την απομάκρυνση πληθυσμού και οικοσκευών, ακόμη και την αφαίρεση των ξύλινων τμημάτων των εγκαταλελειμμένων οικιών.
Τείχη :
Το τείχος της Μηδίας είχε τεράστιο μήκος, πλάτος 20 πόδες (περίπου 6μ) και ύψος 100 πόδες (περίπου 30μ). Το είχαν κατασκευάσει οι Ασσύριοι, όχι για να προστατεύσουν κάποια πόλη, αλλά για να ανακόψουν την επέκταση των Μήδων και των Περσών στην επικράτειά τους. Λόγω της αποστολής του, δεν ήταν χρήσιμο ως κώλυμα κατά του Αλεξάνδρου, που προήλαυνε από την «εσωτερική» πλευρά του τείχους της Μηδίας. Το τείχος της Τύρου είχε ύψος 150 πόδες (περίπου 44,3μ). Τόσο η εξουδετέρωση όσο και η άμυνα των τειχών, η γνωστή μας πολιορκία, απαιτούσε συντονισμένη και επίπονη προσπάθεια όλων των στρατιωτικών τμημάτων, γι’ αυτό κάνουμε μία σύντομη παρουσίασή της.
Ποτάμια Κωλύματα : 
Οι Πέρσες κοντά στις εκβολές του Ευφράτη στον Περσικό Κόλπο είχαν δημιουργήσει φράγματα, που στην πραγματικότητα ήταν κωλύματα κατά πλοίων. Ο πιστός τους φοινικικός στόλος ήταν πολύ μακρυά και επειδή οι Πέρσες δεν διέθεταν ναυτικό, είχαν δημιουργήσει εκείνα τα κωλύματα, ώστε να εμποδίζουν ενδεχόμενη εισβολή από θαλάσσης.
ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
Μέχρι την εφεύρεση των πυροβόλων όπλων το σημαντικότερο τεχνητό κώλυμα ήταν τα τείχη των πόλεων. Τόσο τα πολιορκητικά μέτρα όσο και τα αντίμετρα, κυρίως αυτά που αντιμετώπισε ο Αλέξανδρος στην πολύμηνη πολιορκία της Τύρου, μας βοηθούν να σχηματίσουμε πληρέστερη εικόνα μίας πολιορκίας. Τα αντίμετρα αυτά πάντοτε τα αντιμετώπισε και ποτέ δεν τα χρησιμοποίησε, διότι πάντοτε ήταν ο επιτιθέμενος και ποτέ ο αμυνόμενος. Όπως τα παρουσιάζει ο Διόδωρος, δείχνουν τις δυσκολίες και τις απώλειες, που υπέστη ο Αλέξανδρος, την εφευρετικότητα πολιορκουμένων και πολιορκητών, κυρίως όμως το επίπεδο της εφαρμοσμένης στον πόλεμο τεχνικής και τεχνολογίας.
Οι πολιορκίες αποτελούσαν την τελική φάση των περισσοτέρων συγκρούσεων στην αρχαιότητα, διότι οι πόλεις ήταν το έσχατο σημείο υποχώρησης του αμυνόμενου. Έτσι οι πόλεις είχαν πάντοτε τα απαραίτητα υλικά για να αντέξουν μία πολιορκία, ακόμη και η ρυμοτομία τους περιμετρικά του τείχους είχε σχεδιασθεί υπολογίζοντας σε αυτό το αναπόφευκτο.
Όταν άρχιζε η πολιορκία, η εξωτερική όψη της πόλης άλλαζε εντελώς. Ξύλινοι πύργοι υψώνονταν πάνω από τα τείχη, για να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο βεληνεκές και καλύτερη στόχευση στα αμυντικά τοξεύματα, ενώ αμυντικές κατασκευές εκτείνονταν έξω και κρεμιόντουσαν εμπρός από τα τείχη, στα σημεία όπου πλησίαζαν οι πολιορκητικές μηχανές, για να τις καταστρέφουν. Αυτονόητο ζητούμενο για τον επιτιθέμενο ήταν η δημιουργία ρήγματος στα τείχη ή το γκρέμισμα κάποιας πύλης, ώστε να εισβάλει στην πόλη. Παράλληλα όμως προσπαθούσε με τις γέφυρες των πύργων και τις κλίμακες να ανεβάσει στρατιώτες στις επάλξεις. Η πολιορκία εξελισσόταν με την ακόλουθη σειρά.
Γύρω από τα τείχη υπήρχε αμυντική τάφρος, η οποία βρισκόταν μέσα στο βεληνεκές των τοξευμάτων του αμυνόμενου. Ο επιτιθέμενος εξαπέλυε κατά των υπερασπιστών τα δικά του τοξεύματα, μόλις το επέτρεπε το βεληνεκές τους. Τα αποτελεσματικότερα τοξεύματα εξαπολύονταν από τους αμυντικούς και επιθετικούς πύργους και όλες οι δραστηριότητες λάμβαναν χώρα μέσα σε καταιγισμό τοξευμάτων. Είναι δε σαφές ότι όποιος υστερούσε σε τοξεύματα, βρισκόταν αμέσως σε εξαιρετικά μειονεκτική θέση.
Αφού το Μηχανικό εξουδετέρωνε την τάφρο με τις χωστρίδες χελώνες, ο επιτιθέμενος έφθανε στα τείχη, τα οποία κάποιες φορές (όπως στη Γάζα) είχαν θεμελιωθεί σε φυσικό ύψωμα, που εμπόδιζε τις μηχανές να το προσβάλουν. Μόλις οι χωστρίδες χελώνες ολοκλήρωναν την αναγκαία επιχωμάτωση και οι μηχανές μπορούσαν να προσβάλουν το τείχος, ανελάμβαναν δράση οι κριοί και τα τρύπανα, που συνήθως αποτελούσαν μέρος των επιθετικών πύργων. Επίσης άρχιζαν οι τειχομαχίες, με τους επιτιθέμενους να προσπαθούν να πατήσουν τις επάλξεις περνώντας από τις μηχανές μέσω γεφυρών ή σκαρφαλώνοντας απευθείας με κλίμακες, ενώ οι αμυνόμενοι προσπαθούσαν να τους γκρεμίσουν στο κενό.
Παράλληλα οι πολιορκούμενοι δημιουργούσαν υπονόμους και υπέσκαπταν το έδαφος κάτω από τις πολιορκητικές μηχανές. Οι επιτιθέμενοι πάλι, δημιουργούσαν υπονόμους μέχρι τα τείχη, τα οποία υπέσκαπταν, για να προκαλέσουν κατάρρευση συγκεκριμένων τμημάτων τους. Η κατάρρευση τμήματος του τείχους αντιμετωπιζόταν με την έγκαιρη ανέγερση δεύτερου αμυντικού τείχους ή με δημιουργία εσωτερικής τάφρου ή με καταιγισμό τοξευμάτων ή με φράγμα από φλεγόμενα ξύλα, ώστε να απωθηθεί το τμήμα εφόδου και να δημιουργηθεί το δεύτερο τείχος ή η εσωτερική τάφρος.
Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΦΑΛΑΓΓΑ
Η παράταξη που δόξασε τον Έλληνα πεζό
Η Μακεδονική Φάλαγγα αποτελούσε τον χαρακτηριστικό τρόπο παράταξης μάχης, αρχικά των Μακεδόνων και στη συνέχεια όλων των κρατών των Επιγόνων, επί δύο αιώνες (μέσα 4ου – μέσα 2ου αιώνα π.Χ.).
Είτε ως εξέλιξη είτε ως αποτέλεσμα ριζικής μετατροπής της οπλιτικής φάλαγγας, η μακεδονική φάλαγγα αποτέλεσε επί δύο αιώνες (αρχές 4ου – μέσα 2ου αι. π.Χ.) τον χαρακτηριστικό τρόπο παράταξης και μάχης, αρχικά των Μακεδόνων και στη συνέχεια όλων των Ελλήνων. Παρά τη γενική εντύπωση και τη φήμη της οι θρίαμβοι επιτεύχθηκαν όταν χρησιμοποιήθηκε ως αμυντικός μηχανισμός. Η συντριβή επήλθε όταν η υπερεξειδίκευση σε συνδυασμό με την προσκόλληση στις παλαιές δόξες δεν της επέτρεψαν την αναγκαία μεταρρύθμιση.
Η Μακεδονία, τόπος με μεγάλες για τα ελληνικά δεδομένα πεδιάδες, είχε παραδοσιακά, όπως και η γειτονική της Θεσσαλία, αρκετούς καλούς ιππείς, οι οποίοι έχαιραν εκτίμησης και είχαν σημαντική θέση στις στρατιωτικές της δυνάμεις, το συγκριτικά μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων όμως αποτελούσαν οι ελαφρά οπλισμένοι πεζοί. Είναι γνωστό από τις πηγές (Θουκυδίδης) ότι ο βασιλιάς Αλέξανδρος Α’, που επονομάστηκε φιλέλληνας χάρη στις υπηρεσίες τις οποίες προσέφερε στην εθνική υπόθεση κατά τους Μηδικούς Πολέμους, είχε εντυπωσιαστεί από την οργανωμένη παράταξη της φάλαγγας των οπλιτών της νότιας Ελλάδας, δεν είναι βέβαιο όμως αν εκείνος (498-454 π.Χ.) ή ο επόμενος Αλέξανδρος, ο Β’ (369-368 π.Χ.), πραγματοποίησε ανάλογες μεταρρυθμίσεις στον στρατό του.
Σύμφωνα πάντα με τις πηγές (λεξικό Σούδα) ο μεταρρυθμιστής βασιλιάς Αλέξανδρος συγκρότησε έναν ισχυρό βασιλικό στρατό, τον οποίο αποτελούσαν ιππικό και πεζικό όπως πριν αλλά με ιδιαίτερους δεσμούς με τον ηγεμόνα τους. Οι μεν ιππείς ονομάστηκαν «εταίροι» του βασιλιά, δηλαδή σύντροφοί του, οι δε πεζοί «πεζέταιροι». Οι τελευταίοι παρατάσσονταν σε φάλαγγα κατά το πρότυπο της νοτιοελληνικής.
Κατά τα έτη 361-360 π.Χ. οι Ιλλυριοί, οι βάρβαροι γείτονες του μακεδονικού βασιλείου προς τα βορειοδυτικά, εισέβαλαν και πάλι (όπως έκαναν συνεχώς) στη χώρα, στην οποία τότε βασίλευε ο Περδίκκας Γ’. Το 359 π.Χ. σε μια σκληρή μάχη οι Μακεδόνες ηττήθηκαν και ο βασιλιάς τους σκοτώθηκε προασπίζοντας την ελευθερία της πατρίδας του. Τον διαδέχθηκε ο νεαρός Φίλιππος Β’, ο οποίος ασχολήθηκε αμέσως με το πιο επείγον έργο, την ανασύνταξη και την ενδυνάμωση του στρατού του.
Ως έφηβος ο Φίλιππος είχε δοθεί ως όμηρος στη Θήβα και έτσι είχε την ευκαιρία να δει το στρατιωτικό της σύστημα και να λάβει χρήσιμες ιδέες από τους δύο κορυφαίους πολεμάρχους της, τον Επαμεινώνδα και τον Πελοπίδα. Προπάντων είχε την τύχη να γνωρίσει τον προβληματισμό που είχε αναπτυχθεί εκείνη την εποχή σχετικά με τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις στην οπλιτική φάλαγγα, τον εξοπλισμό της και την αποτελεσματικότερη τακτική της χρήση. Ηταν η συγκυρία κατά την οποία η οπλιτική φάλαγγα ως μάχιμος σχηματισμός φαινόταν να έχει εξαντλήσει τις δυνατότητές της, ειδικά μετά τη συντριβή της μόρας των Σπαρτιατών στο Λέχαιο από τους πελταστές του Ιφικράτη.
Οι Θηβαίοι στρατηγοί κατέληξαν σε ορισμένες καινοτομίες-βελτιώσεις οι οποίες αφορούσαν λιγότερο τον εξοπλισμό (ελάφρυνση της θωράκισης του οπλίτη) και περισσότερο την τακτική χρήση (λοξή φάλαγγα με μεγάλο βάθος, ακόμα και 50 ζυγών), χωρίς όμως να θίγεται η σημασία της ως αποφασιστικού όπλου κρίσης της μάχης.
Με τις εξαιρετικές αυτές γνώσεις και με τη δική του θέληση ο νεαρός Φίλιππος προχώρησε στη δραστήρια επανεκπαίδευση και αναδιοργάνωση των στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους του. Πολύ σύντομα αντιπαρατάχθηκε στους Ιλλυριούς. Το έτος 356 π.Χ. οι δύο αντίπαλοι συγκρούστηκαν σε μια αποφασιστική μάχη. Οι εισβολείς διέθεταν 10.000 πεζούς και 500 ιππείς, ενώ ο Φίλιππος τον ίδιο αριθμό πεζών αλλά 600 ιππείς.
Με την έναρξη της μάχης, καθώς οι πεζοί συνεπλάκησαν μετωπικά, το μακεδονικό ιππικό επέπεσε κατά του αντιπάλου και σύντομα το ανάγκασε να εγκαταλείψει το πεδίο. Ο Φίλιππος συγκράτησε έγκαιρα τους ιππείς του και στη συνέχεια τους έριξε κατά του πλευρού των μαχόμενων αντίπαλων πεζών, τους οποίους είχε αγκιστρώσει σε μετωπική σύγκρουση με τους δικούς του. Επακολούθησε συντριβή των Ιλλυριών, 7.000 από τους οποίους βρήκαν τον θάνατο.
Η ειρήνη που επακολούθησε επέτρεψε στον Φίλιππο να ολοκληρώσει την αναδιοργάνωση του στρατού του, με βάση τα διδάγματα που είχε αποκομίσει από την παραμονή του στη Θήβα και την αποκτηθείσα προσωπική του εμπειρία. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 356-346 π.Χ. πραγματοποιήθηκαν οι σημαντικές αλλαγές που κατέστησαν τον μακεδονικό στρατό μια άριστα οργανωμένη και εκπαιδευμένη πολεμική μηχανή.
Επιπλέον από το 353 π.Χ. ο Μακεδόνας βασιλιάς επενέβη στα πολιτικά ζητήματα της γειτονικής Θεσσαλίας, την οποία σύντομα προσέδεσε στο κράτος του ως σύμμαχο. Το γεγονός αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία, τόσο πολιτική όσο και στρατιωτική. Ο Φίλιππος αποκτούσε τη δυνατότητα να ενισχύεται με σημαντικές ιππικές δυνάμεις Θεσσαλών. Επιπρόσθετα όμως φαίνεται πως έλαβε ιδέες και για το πεζικό, αφού οι λίγο προγενέστεροί του Θεσσαλοί ηγεμόνες είχαν σχηματίσει και αξιόλογες δυνάμεις πεζικού.
Ιστορία της Φάλαγγας
Ο πρώτος σχηματισμός βαρέως πεζικού στη Μακεδονία, αποδίδεται στο βασιλιά Αλέξανδρο. Είναι ασαφές αν πρόκειται στον Αλέξανδρο τον Α’ (498-454 π.Χ) ή στον Αλέξανδρο τον Β’ (περίπου 368 π.Χ). Η μεταρρύθμιση πάντως και μεταλλαγή αυτής της οπλιτικής φάλαγγας, στη μακεδονική, συντελέστηκε από τον Φίλιππο Β’ (359-336 π.Χ), ο οποίος επηρεάστηκε από τους Θεσσαλούςκαι κυρίως τους Θηβαίους υπό τον Επαμεινώνδα.
Η χρήση της συνεχίστηκε στη Μακεδονία έως την κατάληψή της από τους Ρωμαίους, καθώς και στα κράτη των διαδόχων (βασίλειο Σελευκιδών, Αίγυπτος των Πτολεμαίων, Πέργαμος κ.ά). Πρώτη φορά χρησιμοποιείται από μη Μακεδόνες, από τον Πύρρο της Ηπείρου, ενώ γενικεύεται η χρήση της τόσο από τους Νότιους Έλληνες (Φιλοποίμην στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, Κλεομένης Γ’ στη Σπάρτη), όσο και από τα βάρβαρα ελληνίζοντα βασίλεια της ανατολής. Αποτέλεσμα ήταν να αποτελεί πλέον όχι «εθνικό» σχηματισμό των Μακεδόνων, αλλά κοινό τρόπο παράταξης σε όλο τον ελληνιστικό κόσμο, από την Ιταλία ως τον Ινδό.
Από την Απλή Φάλαγγα των Οπλιτών στη Μακεδονική 
Το πεζικό ήταν το όπλο στο οποίο υπηρετούσαν κατά παράδοση οι πολυάριθμοι ελεύθεροι γεωργοί των πεδιάδων της Μακεδονίας και οι ελεύθεροι κτηνοτρόφοι των ορέων της. Οι σκληροτράχηλοι εκείνοι άνδρες ήταν εξοπλισμένοι με κράνη και ενδεχομένως με θώρακες, μάχονταν δε χρησιμοποιώντας ακόντια, δόρατα και ξίφη. Οι πηγές δεν αναφέρουν κάποια μάχη στην οποία να παρατάχθηκε αυτή η αρχική φάλαγγα των Μακεδόνων πεζεταίρων, ένδειξη που ενισχύει την άποψη ότι ήταν ο Αλέξανδρος Β’ (περί το 368 π.Χ.) που σχημάτισε την πρώτη φάλαγγα, χωρίς να προλάβουν ο ίδιος ή οι διάδοχοί του να την αξιοποιήσουν.
Αυτόν τον αρχικό σχηματισμό βαρέος πεζικού, ο οποίος συνιστούσε μια υπολογίσιμη δύναμη, ο Φίλιππος φρόντισε να τον ενισχύσει ακόμα περισσότερο και να τον συμπληρώσει με επικουρικές μονάδες. Τις ιδέες του στον συγκεκριμένο τομέα δεν φαίνεται να τις άντλησε από τους Θηβαίους, οι οποίοι είχαν καταλήξει σε βελτιώσεις άλλων διαστάσεων του πολύπλευρου «οπλικού συστήματος» της οπλιτικής φάλαγγας. Πιθανώς επηρεάστηκε από τους Θεσσαλούς, ενδεχομένως όμως οι ιδέες ήταν δικές του ή του συμβουλίου του – οι πηγές δεν μας φωτίζουν επ’ αυτού. Το σίγουρο είναι πως προέβη σε μερικές μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν ριζικά και τον τρόπο εμπλοκής της φάλαγγας στη σύγκρουση αλλά και τον γενικότερο ρόλο της σε μια μάχη.
Συγκρότηση
Τη φάλαγγα συγκροτούσαν ελεύθεροι επαγγελματίες της Μακεδονίας, είτε μικροϊδιοκτήτες αγρότες, είτε αστοί των πόλεων. Σύμφωνα με την διαίρεση από τον Φίλιππο, η επικράτεια διαιρέθηκε σε 12 στρατολογικές περιφέρειες, από τις οποίες αντίστοιχα προέρχονταν οι τάξεις της φάλαγγας. Για να δείξει τη σημασία που προσέδιδε ο βασιλιάς στους πεζούς, τους ονόμασε πεζέταιρους, σε αντιστοιχία με τους εταίρους, έφιππους αριστοκρατικής καταγωγής.
Ο Φίλιππος χώρισε την επικράτειά του (μόνο του αρχικού βασιλείου του, όχι και των υπόσπονδων ή των κατακτημένων περιοχών) σε 12 στρατολογικές περιφέρειες (Βοττιαία, Λυγκηστίς, Βισαλτία, Ορεστίς, Εορδαία, Πιερία, Ελυμιώτις, Τυμφιώτις, Κρηστωνία, Αλμωπία, Ημαθία, Μυγδονία) που αντιστοιχούσαν στις γεωγραφικές της περιοχές. Οι στρατιωτικές μονάδες συγκροτούντο με βάση αυτή τη διαίρεση. Οι άνδρες του πεζικού προέρχονταν από τις έξι πεδινές περιφέρειες και από τις έξι ορεινές. Ήταν όλοι ελεύθεροι επαγγελματίες, είτε αγρότες είτε αστοί.
Τα χρόνια του Φιλίππου, οπότε σημειώθηκε μια γενικότερη αστικοποίηση της Μακεδονίας (με την κατάκτηση ανεξάρτητων πόλεων ή με την ανάπτυξη των μακεδονικών), ήταν σαφής η στελέχωση της φάλαγγας από σημαντικό αριθμό κατοίκων των πόλεων, που αποτελούσαν μια ισχυρή κοινωνική ομάδα του κράτους. Παρόμοια ήταν η κατάσταση και επί Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ωστόσο τα χρόνια που ακολούθησαν τον θάνατό του (323 π.Χ. και έπειτα), κυρίως κατά τον 3ο αιώνα, η οικονομική δυσπραγία που είχε πλήξει τον ελληνικό μητροπολιτικό κόσμο οδήγησε στη συρρίκνωση των αστικών στρωμάτων και στην αισθητή μείωση της συμμετοχής τους στη φάλαγγα.
Οργάνωση
Βασική μονάδα του πεζικού κατά τον 4ο αιώνα ήταν η τάξη, την οποία αποτελούσαν συνήθως 1.500 άνδρες περίπου (κατά την εποχή του Αλεξάνδρου) υπό τον ταξίαρχο. Υπομονάδα της τάξης ήταν το σύνταγμα, δύναμης 256 ανδρών υπό τον συνταγματάρχη, οι άνδρες του οποίου παρατάσσονταν συνήθως σε βάθος 16 ζυγών που συγκροτούσαν έναν λόχο, με μέτωπο άλλων 16 (16×16=256), παρουσιάζοντας το σχήμα ενός τετραγώνου.
Πρώτος σε κάθε λόχο (των 16 μαχητών) τασσόταν ο διοικητής του, ο λοχαγός, και τελευταίος ο υποδιοικητής του, ο ουραγός. Αξιωματικοί ήταν ακόμα ο ημιλοχίτης (διοικητής μισού λόχου, δηλαδή οκτώ ανδρών) και ο ενωμοτάρχης (διοικητής 1/4 λόχου, τεσσάρων ανδρών). Επιχειρησιακά ο λοχαγός του πρώτου από τα δεξιά λόχου μπορούσε να διατάζει και τον διπλανό του, γινόταν δηλαδή διλοχίτης και με παρόμοιο τρόπο δύο διλοχίες συντόνιζε ο τέτραρχος.
Κάθε τάξη απαρτιζόταν από πέντε-έξι συντάγματα (6×256), τα οποία τάσσονταν παράλληλα στην παράταξη. Τριάντα δύο συντάγματα παρατεταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο σχημάτιζαν ένα κέρας υπό τον κεράρχη. Ολόκληρη η γραμμή μάχης απαρτιζόταν από δύο κέρατα (64 συντάγματα συνολικά) υπό τον στρατηγό. Η αποκρυστάλλωση αυτής της οργάνωσης (με τα κέρατα) μας είναι άγνωστο πότε ακριβώς πραγματοποιήθηκε.
Μετά τον Αλέξανδρο η οργάνωση του πεζικού των Μακεδόνων βασιλέων (και όχι εκείνων από τους διαδόχους του που έμειναν στην Ασία, ίδρυσαν δικά τους κράτη και σχημάτισαν μικτές στρατιωτικές δυνάμεις από Έλληνες και Ασιάτες) παρέμεινε σε βασικές γραμμές όμοια. Η φάλαγγα όμως παρατασσόταν σε δύο κέρατα, οι άνδρες των οποίων ξεχώριζαν από τη διαφορετική τους ονομασία: «χαλκάσπιδες» και «αργυράσπιδες». Αυτή πλέον ήταν και η βασική διάκριση-τμηματοποίηση της φάλαγγας, διότι η διαίρεση σε τάξεις και συντάγματα δεν φαίνεται να συνεχίστηκε.
Η μεταβολή αυτή, που μάλλον αντικατόπτριζε γενικότερες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές (οικονομικές δυσχέρειες, συρρίκνωση αστικών ομάδων, υποβάθμιση στρατιωτικής οργάνωσης) επηρέασε την πολεμική απόδοση της φάλαγγας, η οποία έγινε μεν βαρύτερη (οι άνδρες σχημάτιζαν έναν σχεδόν ενιαίο σχηματισμό, έχοντας πιο μακριά δόρατα) αλλά και πιο δύσκαμπτη (δεν υφίσταντο πλέον οι επιμέρους διοικήσεις που επέτρεπαν κάποια δυνατότητα διαφοροποιημένων κινήσεων, δηλαδή μια στοιχειώδη ευελιξία).
Τα νέα χαρακτηριστικά της μακεδονικής φάλαγγας της επέτρεπαν να υπερισχύει έναντι άλλων συναφών σχηματισμών αλλά αποδείχθηκαν μοιραία όταν αυτή αντιμετώπισε τις ευέλικτες ρωμαϊκές λεγεώνες. Ο Ταρν σημειώνει χαρακτηριστικά: «Τον 2ο αιώνα η φάλαγγα είχε γίνει δυσκίνητη: οι σάρισες είχαν φθάσει τα 6,40 μέτρα μήκος, έτσι ώστε να προβάλλουν πέντε αιχμές σαρισών μπροστά από κάθε σειρά… και άρχισε να χρησιμοποιείται ένα νέο είδος πυκνής διάταξης, γνωστό ως υπερκάλυψη, στο οποίο ο κάθε οπλίτης καλυπτόταν από την ασπίδα αυτού που βρισκόταν δεξιά του και οι στοίχοι ήταν τόσο κοντά ώστε μπορούσαν να κινούνται μόνο ευθεία μπροστά.
Η νέα φάλαγγα είχε μερικά στρατηγικά πλεονεκτήματα, καθώς μπορούσε να λειτουργήσει μόνον αν οι πέντε πρώτες σειρές και η τελευταία αποτελούντο από εκπαιδευμένους άνδρες (οι οποίοι φαίνεται πως σπάνιζαν εκείνη την εποχή…), ενώ οι υπόλοιπες σειρές επανδρώνονταν με μισοεκπαιδευμένους που απλώς έσπρωχναν. Πρόσωπο με πρόσωπο ήταν μια τρομερή καταστροφική μηχανή. Ομως ακόμη και η σχετική ευελιξία της φάλαγγας του Αλεξάνδρου είχε χαθεί και το ανώμαλο ή λοφώδες έδαφος πάντοτε αποδιοργάνωναν τον πολύ άκαμπτο σχηματισμό της».
Πρέπει να τονιστεί πως η καίρια τελευταία επισήμανση ήταν γνωστή και στην εποχή της και είχε γίνει και από τον ιστορικό Πολύβιο, που τότε ήταν άρχοντας της Αχαϊκής Συμπολιτείας. Οσο καιρό διατηρήθηκε η αρχική διαίρεση κάθε τάξη διοικούσε ένας ταξίαρχος, ο οποίος ήταν αξιωματούχος του βασιλείου, καταγόταν από τον ίδιο τόπο με τους άλλους άνδρες της μονάδας και ανήκε στις σημαντικότερες οικογένειες της περιοχής του.
Η καταγωγή από την ίδια περιφέρεια εξασφάλιζε τη γνωριμία και την καλύτερη επικοινωνία των ανδρών και κατ’ επέκταση σφυρηλατούσε περισσότερο το απαραίτητο πνεύμα μονάδας. Ο Αλέξανδρος φρόντιζε ιδιαίτερα να καλλιεργείται αυτό το πνεύμα ανάμεσα στους μαχητές που προόριζε για τις αποφασιστικές ενέργειες και τους αντάμειβε ανάλογα.
Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει σε μια κατηγορία πεζικού, τους υπασπιστές, οι οποίοι εντάσσονταν μεν μαζί με τους πεζέταιρους στη φάλαγγα και έφεραν παρόμοιο οπλισμό, αλλά είχαν επιπλέον και άλλο πολεμικό ρόλο. Συχνά χρησιμοποιήθηκαν ως επίλεκτοι εντασσόμενοι σε ειδικές μονάδες, άλλοτε ως πελταστές και άλλοτε ως συνεργάτες του ιππικού σε καταδρομικές επιχειρήσεις, δημιουργώντας ερωτηματικά σχετικά με την ακριβή τους θέση στον μακεδονικό στρατό.
Οπλισμός
Ο αμυντικός οπλισμός των πεζεταίρων περιελάμβανε περικεφαλαία (κράνος), θρακικού τύπου επί Φιλίππου (αντίστοιχη με εκείνη των ιππέων), η οποία βαφόταν σε διάφορα χρώματα. Επί Αλεξάνδρου προτιμήθηκε η βοιωτικού τύπου στο φυσικό της χρώμα, του ορείχαλκου. Χρησιμοποιούντο και κράνη αττικού ή χαλκιδικού τύπου, ακόμα και λακωνικοί πίλοι. Κατά τον 4ο αιώνα τα θρακικά κράνη συμπληρώνονταν συχνά με μεταλλικά καλύμματα παρειών σε σχήμα γενειάδας ή μουστακιού.
Ήταν συνηθισμένη πρακτική οι αξιωματικοί ανάλογα με τον βαθμό τους να διακοσμούν το κράνος τους με λοφία ως δείγμα της θέσης τους (αλογοουρές, συνήθως λευκές). Οσοι είχαν διακριθεί έφεραν, επί Αλεξάνδρου, στεφάνι γύρω από την περικεφαλαία, ασημένιο ή χρυσό. Αυτό απηχούσε την προσωπική αξία και όχι τον βαθμό ή την κοινωνική θέση.
Οι πεζέταιροι της πρώτης σειράς έφεραν συνήθως θώρακες μεταλλικούς-μυώδεις, ενώ οι επόμενοι φορούσαν τους πιο ελαφρούς λινοθώρακες, όπως οι νότιοι Ελληνες. Χρησιμοποιούντο και οι φολιδωτοί θώρακες για τους πολεμιστές που είχαν κάποια οικονομική ευχέρεια. Είναι ενδεχόμενο οι τελευταίοι στις σειρές να μη φορούσαν καθόλου θώρακες.
Κάτω από τον θώρακα φορούσαν κοντομάνικα ή μακρυμάνικα χιτώνια, ανάλογα με την εποχή. Τα πόδια προστατεύονταν συνήθως με κνημίδες (από πλευράς πιο εύπορων), πάλι όπως στους νότιους Έλληνες. Οι διαφορές σε σχέση με τον εξοπλισμό των τελευταίων εντοπίζονταν σε δύο σημεία: αφενός στην ασπίδα και αφετέρου στο δόρυ.
Οι πεζέταιροι δεν κρατούσαν τις γνωστές ασπίδες αργολικού τύπου (το γνωστό «όπλον») αλλά ασπίδες μικρότερης διαμέτρου, χωρίς στεφάνη γύρω τους και συνεπώς μικρότερου μεγέθους, με μεγαλύτερη όμως κυρτότητα. Οι μικρότερες αυτές ασπίδες παρείχαν προφανώς μικρότερη προστασία, αφού κάλυπταν μικρότερη επιφάνεια του σώματος, αλλά μπορούσαν να αναρτηθούν πιο εύκολα στον ώμο του πολεμιστή.
Η διαφορά αυτή ήταν καίρια σε σχέση με τον τρόπο που οι οπλίτες κρατούσαν την ασπίδα (με τον πόρπακα και, προπάντων, με την αντιλαβή), διότι ο φαλαγγίτης δεν χειριζόταν την ασπίδα του: την κρεμούσε απλώς από τον αριστερό του ώμο και έτσι είχε ελεύθερα και τα δύο του χέρια, προκειμένου να μπορεί να κρατάει το πολύ πιο βαρύ δόρυ του, τη σάρισα. Αν και μικρότερη πάντως και η μακεδονική ασπίδα κατασκευαζόταν με πόρπακα και αντιλαβή, όπως φαίνεται ολοκάθαρα στο μνημείο του Αιμιλίου Παύλου στους Δελφούς.
Η σάρισα αποτελούσε τη δεύτερη σημαντική και πιο χαρακτηριστική διαφορά της μακεδονικής από την οπλιτική φάλαγγα. Ηταν ένα δόρυ το οποίο κατασκευαζόταν από σκληρό ξύλο κρανιάς. Το δένδρο αυτό, που ήταν και είναι πολύ συνηθισμένο στα δάση της δυτικής Μακεδονίας, φθάνει σε μεγάλο ύψος, συνεπώς μπορεί να δίνει πολύ μεγάλα σε μήκος δόρατα χωρίς να μειώνονται η σκληρότητα και η αντοχή του.
Το μήκος της σάρισας κατά τη επικρατέστερη εκδοχή ήταν αρχικά 5,5 μέτρα, για να φτάσει μεταγενέστερα (τον 2ο αιώνα π.Χ.) στα 6,5 μέτρα. Ηταν δηλαδή ένα όπλο πολύ μεγαλύτερο από το οπλιτικό δόρυ, που έφθανε μέχρι τα 3 μέτρα. Οπως και το δόρυ πάντως η σάρισα είχε στην πίσω απόληξή της ένα αντίβαρο, προκειμένου να ισορροπεί τη λόγχη. Σύγχρονες μετρήσεις υπολόγισαν το βάρος της στα 8 κιλά (με μήκος 6,5 μέτρα).
Οι πέντε πρώτες σειρές της φάλαγγας κρατούσαν τις σάρισες ελαφρά σηκωμένες, στο ύψος του κεφαλιού ενός ανθρώπου. Κατά την κρούση τις ωθούσαν προς τα εμπρός επιδιώκοντας να πλήξουν το πρόσωπο του αντιπάλου ή του αλόγου του. Οι επόμενες 11 σειρές της φάλαγγας κρατούσαν τις σάρισες σε όρθια στάση, ώστε αφενός να μην εμποδίζουν την κίνηση των προπορευόμενων και αφετέρου να σχηματίζουν ένα εντυπωσιακό κινούμενο δάσος από λόγχες. Πρακτικά οι άνδρες των 11 αυτών σειρών συνεισέφεραν στην κοινή προσπάθεια πιέζοντας τους μπροστινούς τους, όπως ακριβώς και οι οπλίτες της νοτιοελληνικής φάλαγγας. Ορισμένοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι τα υψωμένα δόρατα απέτρεπαν τα τοξεύματα αλλά αυτό συνιστά μάλλον αντίληψη ψυχολογικής φύσης (ήθελαν οι πολεμιστές να το πιστεύουν) παρά πραγματικότητα.
Δευτερεύον όπλο των φαλαγγιτών ήταν το ξίφος, το οποίο τοποθετούσαν κάτω από το αριστερό χέρι ώστε να το τραβούν με το δεξί όταν χρειαζόταν. Χρησιμοποιούσαν βασικώς ίσια, σχετικά μικρά ξίφη, αλλά και καμπυλωτά με μία κόψη, τις ονομαζόμενες κοπίδες.
Ευτυχώς έχουν διασωθεί αρκετές παραστάσεις μάχης, είτε ανάγλυφες (με κορυφαία αυτή του μαχόμενου στρατιώτη στη “σαρκοφάγο του Αλεξάνδρου”), είτε ζωγραφικές (χαρακτηριστική εκείνη του μαχόμενου γονατισμένου πολεμιστή, που βρέθηκε να κοσμεί μακεδονικό τάφο), έτσι έχουμε βεβαιότητα γι’ αυτούς και τα όπλα τους. Έχουν γίνει και ορισμένες άλλες σκέψεις, όπως το ότι φορούσαν ομοιόχρωμους χιτώνες (στολή;) πορφυρού χρώματος κλπ.
Δόγμα Χρήσης της Φάλαγγας
Μέχρι τα χρόνια του Φιλίππου το δόγμα χρήσης του μακεδονικού στρατού, όπως και εκείνων των άλλων ελληνικών κρατών (εκτός της Θεσσαλίας), θεωρούσε το βαρύ πεζικό ως το αποφασιστικό όπλο κρίσης του αγώνα και εξασφάλισης του νικηφόρου αποτελέσματος.
Ο Φίλιππος (το όνομά του δηλώνει την αγάπη προς τα άλογα, κάτι που πράγματι τον διέκρινε) ήταν εκείνος ο οποίος αναδιοργάνωσε ολόκληρο τον στρατό του και χρησιμοποιούσε κάθε χωριστή μονάδα ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε επιχείρησης, αναπτύσσοντας ένα συνεκτικό δόγμα συνδυασμού όπλων (βαρέος-μέσου-ελαφρού πεζικού και βαρέος-ελαφρού ιππικού) και μέσων (διαφόρων μηχανημάτων). Σε αυτό το συνολικό πλαίσιο ο ρόλος της φάλαγγας ήταν ενεργητικά αμυντικός!
Χρησιμοποιείτο για να αγκιστρώσει τη βασική εχθρική δύναμη (συνήθως άλλη φάλαγγα), ώστε να διευκολύνει υπερκερωτικές κινήσεις πιο ευέλικτων σωμάτων, συνήθως του ιππικού μαζί με ελαφρά οπλισμένους πεζούς. Όπως πολύ εύστοχα γράφει ο Γ. Ηλιόπουλος, «…το σώμα των πεζεταίρων συνιστά έναν καθαρά αμυντικό σχηματισμό, έναν άξονα ανάπτυξης ελιγμών, μια τακτική βάση δημιουργίας επιχειρησιακών κινήσεων, καθώς η βασική αποστολή του σώματος είναι να καθηλώσει σε ένα συγκεκριμένο χώρο τον αντίπαλο, επιτρέποντας την ευχερή ανάπτυξη των επιθετικών κινήσεων των υπολοίπων σωμάτων του στρατού. Η ισχύς όμως της φάλαγγος των πεζεταίρων έγκειται στον ψυχολογικό της αντίκτυπο στο πεδίο της μάχης και στην καθίζηση του ηθικού που προκαλεί στον αντίπαλο…».
Στο ιππικό απέδιδε ο Φίλιππος μεγάλη σημασία, χωρίς όμως να βασίζεται σε αυτό για την έκβαση μιας σύγκρουσης. Πρέπει να επισημανθεί πάντως πως πολέμησε κυρίως σε ορεινά ή ημιορεινά εδάφη αντιμετωπίζοντας είτε άλλους Έλληνες (οπλίτες ή πελταστές, σπανιότερα δε ιππείς), είτε βάρβαρους ελαφρά οπλισμένους. Ελάχιστες ήταν οι ευκαιρίες που είχε να κερδίσει μια μάχη με εκτεταμένη χρήση των ιππικών του δυνάμεων. Όταν όμως παρουσιάστηκε τέτοια, την εκμεταλλεύθηκε πλήρως, όπως π.χ. στην πεδιάδα της Χαιρώνειας. Ο γιος του Αλέξανδρος παρέλαβε έτσι ένα αξιόπιστο όργανο με ακμαίο φρόνημα και αίσθημα υπεροχής και φρόντισε να το αναγάγει σε αποφασιστικό όπλο κρίσης του αγώνα.
Η καινοτομία που εισήγαγε ο Αλέξανδρος ήταν η χρήση του βαρέος ιππικού ως κύριου όπλου κρούσης και αποφασιστικής διεκδίκησης της νίκης, σε τέτοιο βαθμό ώστε να περιπέσει σε δευτερεύοντα ρόλο η βαριά φάλαγγα, αν και είχε αναβαθμιστεί και ισχυροποιηθεί αρκετά. Ο μεγαλοφυής στρατηλάτης αξιοποιώντας πλήρως τις δυνατότητες του όπλου αυτού (ταχυκινησία, ευελιξία, πλεονεκτικός τρόπος πίεσης από ψηλότερα, ισχυρότερη ορμή-κρούση και πρόκληση έντονου φόβου) χρησιμοποιούσε τις ιππικές του δυνάμεις μαζικά κατά των αδυνάτων σημείων της εχθρικής διάταξης. Με άλλα τμήματα, πεζικού (αρχικά τη φάλαγγα, αλλά πολλές φορές και σώματα ελαφρά οπλισμένων) ή ιππικού, ενέπλεκε και καθήλωνε τις διάφορες αντίπαλες δυνάμεις σε αγώνα τριβής έτσι ώστε αυτές να αναγκάζονται να αποκαλύπτουν το ευαίσθητο σημείο τους, τη θέση του αρχηγού τους.
Εκεί εφορμούσε με τους εταίρους του σε πυκνή διάταξη και εκβίαζε τη νίκη, αφού ήταν εξαιρετικά δύσκολο σε κάθε αντίπαλο να αντεπεξέλθει σε μια τέτοια έφοδο αποφασισμένων, ικανών και βαριά οπλισμένων ιππέων. Καθ’ όλο το διάστημα που χρειαζόταν το ιππικό να εκβιάσει και να εξασφαλίσει τη νίκη, η φάλαγγα είτε είχε εφορμήσει και εισχωρήσει βαθιά στην εχθρική παράταξη, είτε είχε κρατήσει αμυντική στάση, μένοντας αδιάσπαστη και έχοντας τραβήξει πάνω της και αγκιστρώσει τις εχθρικές μάζες.
Οπως και σε πολλούς άλλους τομείς, έτσι και στη φάλαγγα ήταν ο Φίλιππος εκείνος που την έθεσε σε νέες ισχυρές βάσεις και την προσανατόλισε στον νέο της, δευτερεύοντα ρόλο. Ο Αλέξανδρος αξιοποιώντας δημιουργικά τον οργανισμό που βρήκε και αναπτύσσοντας ως τα όριά του το δόγμα της αμυντικής του χρήσης, πέτυχε τα σημαντικότερα αποτελέσματα (μάχες Ισσού, Γαυγαμήλων, Υδάσπη). Οι διάδοχοί του στην Ελλάδα πολύ σύντομα εγκατέλειψαν το δόγμα του και επανέφεραν το βαρύ πεζικό της φάλαγγας στην παλιά του πρωτοκαθεδρία.
Οι λόγοι ήταν εκείνοι που υπαγόρευαν και στον Φίλιππο να βασίζεται περισσότερο στους πεζούς του. Εκτός της γεωγραφίας και του αντιπάλου, πάντως, καθοριστικό ρόλο είχε και το οικονομικό κόστος. Το ιππικό απαιτούσε πολλά χρήματα (είτε από ιδιώτες, είτε από το δημόσιο ταμείο) για να παραμείνει σε ετοιμότητα, τα οποία ούτε το μακεδονικό κράτος ούτε η αριστοκρατία του, του 2ου αιώνα π.Χ., διέθετε, προπάντων μετά τις δυναστικές έριδες που ακολούθησαν τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και συρρίκνωσαν την οικονομία του.
Επέκταση της Φάλγγας «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ»
Η μακεδονική φάλαγγα συνέχιζε να επικρατεί έναντι των αντιστοίχων της των άλλων ελληνικών πολιτειών, έως ότου και οι νοτιοελληνικοί σχηματισμοί εξοπλίστηκαν κατά το μακεδονικό πρότυπο, με σάρισες (το πεζικό της Αχαϊκής Συμπολιτείας από τον Φιλοποίμενα τον Μεγαλοπολίτη, της Σπάρτης από τον Κλεομένη Γ’ κλπ.) και υιοθέτησαν το δικό της δόγμα μάχης. Αργότερα το ίδιο έπραξαν και οι στρατοί γειτονικών κρατών, Ελληνιστικών βασιλείων της Ασίας ή βαρβαρικών.
Η μακεδονική φάλαγγα κατά συνέπεια έπαψε να είναι μόνο μακεδονική (από τις αρχές του 3ου αιώνα, οπότε ο Πύρρος χρησιμοποίησε τέτοιο σχηματισμό επανδρωμένο με Ηπειρώτες) και αποτέλεσε έναν τύπο μάχης πεζικού ευρύτερα διαδεδομένο και παραδεκτό σε ολόκληρο τον Ελληνικό κόσμο (μητροπολιτική Ελλάδα και Ανατολή, στα διάφορα βασίλεια των επιγόνων).
Ακολούθως (τέλη 3ου – αρχές 2ου αιώνα π.Χ.) η μακεδονική φάλαγγα και ο τρόπος χρήσης της είχαν καταστεί πλέον τόσο γνωστά και διαδεδομένα στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου (συνεπώς και της Ρώμης, που πραγματοποίησε τότε την αποφασιστική εμφάνισή της στον χώρο αυτόν), ώστε είναι απορίας άξιο πώς οι στρατιωτικοί εγκέφαλοι της Μακεδονίας εκείνης της εποχής δεν σκέφθηκαν κάποια νέα μεταρρύθμιση, αφού ο δεδομένος τρόπος μάχης ήταν απολύτως προβλέψιμος και καθίστατο αναποτελεσματικός.
Πολλές φορές στην Ιστορία ένα καταρχάς αποτελεσματικό πολεμικό μέσο αποκτά μυθικές διαστάσεις και “προσκολλάται” τόσο πολύ στα μυαλά των ανθρώπων, ώστε να μη γίνεται αποδεκτή η ιδέα της αλλαγής του ακόμα και όταν τα δεδομένα είναι αρνητικά. Η ακλόνητη πίστη στην αξία της μακεδονικού τύπου φάλαγγας οδήγησε στην τελική καταστροφή της (μαζί με τα ελληνικά κράτη που τη χρησιμοποιούσαν), πρώτα κατά την κορυφαία μάχη μεταξύ Ελλήνων και Ρωμαίων στην Πύδνα το 168 π.Χ., όπου πρωταγωνίστησε «μακεδονική φάλαγγα» την οποία αποτελούσαν Μακεδόνες, και τελικά το 146 π.Χ. στη Λευκόπετρα του Ισθμού, όπου στην ύστατή της ώρα (για τον Ελληνισμό) στελεχωνόταν από νοτιοέλληνες, Αχαιούς, Αρκάδες και Κορίνθιους.
Εκτός του μητροπολιτικού ελληνικού χώρου μακεδονικού τύπου φάλαγγες χρησιμοποιήθηκαν από τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ’. Υπό τις διαταγές του φαίνεται πως σημείωσαν τις τελευταίες τους εμφανίσεις στο πολεμικό προσκήνιο (1ος αιώνας π.Χ.).
Σχηματισμοί Μάχης – Τακτικές
Οι σχηματισμοί στη μακεδονική φάλαγγα περιελάμβαναν:
• Πύκνωση: βάθος 16 ανδρών
• Συνασπισμός: 8 (όπως η νοτιοελληνική φάλαγγα)
• Βάθος: 32 (σπάνια)

Η φάλαγγα μπορούσε να ταχθεί με ευθύ μέτωπο, λοξά ή σε άλλο σχηματισμό (τοξωτά, σφηνοειδώς, τετράγωνα) κατά τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Τον 2ο αιώνα ήταν δυνατή μόνο η ευθεία παράταξη.
Κύρια αποστολή της Μακεδονικής Φάλαγγας στο πεδίο της μάχης, ήταν να καθηλώσει τα αντίπαλα στρατεύματα, να τα αγκιστρώσει, παίζοντας έτσι αμυντικό ρόλο, ή να τα πιέσει δημιουργώντας μια τακτική βάση ανάπτυξης επιχειρησιακών κινήσεων για το υπόλοιπο στράτευμα. Στην επίτευξη αυτού του στόχου, ασφαλώς συνέβαλλε και η καθίζηση του ηθικού που προκαλούσε στους αντιπάλους.
Οι τάξεις συμπαρατάσσονταν συμπαγείς, σε βάθος συνήθως 16 ανδρών, σχηματίζοντας την «πύκνωση», που συνιστούσε τη βασική διάταξη μάχης. Ανάλογα με τις ανάγκες της επικείμενης σύγκρουσης μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διατάξεις 8 ανδρών («συνασπισμός»), που ήταν κάτι συνηθισμένο και θύμιζε την αντίστοιχη νοτιοελληνική παράταξη, ή των 32 ανδρών («βάθος»), κάτι σχετικά σπάνιο.
Ανεξάρτητα από το βάθος της η μακεδονική φάλαγγα κατά τους 4ο και 3ο αιώνες μπορούσε να ταχθεί σε πολλούς σχηματισμούς: με ευθύ μέτωπο, λοξά, με τα συντάγματα τοποθετημένα κλιμακωτά, ή με κάποιο άλλο σχήμα (τοξωτά, σφηνοειδώς, τετραγωνικά κλπ.). Φαίνεται πάντως πως τις περισσότερες από αυτές τις διατάξεις (που έχουν καταγράψει οι αρχαίοι συγγραφείς) τις λάμβανε κατά τα στρατιωτικά γυμνάσια και όχι σε πραγματική μάχη. Κατά τον 2ο αιώνα, όταν πλέον η φάλαγγα είχε περάσει στη φάση της υπερεξειδίκευσης, ήταν εφικτή μόνο μια διάταξη, η ευθεία, είτε επρόκειτο να αμυνθεί (όπως στις μάχες της Αντιγόνειας το 198 π.Χ. ή των Θερμοπυλών το 190 π.Χ.), είτε να επιτεθεί (όπως στις Κυνός Κεφαλές το 197 π.Χ. ή στην Πύδνα το 168 π.Χ.).
Υπό τη διοίκηση του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας και του γιου του Μ. Αλεξάνδρου, η Μακεδονική φάλαγγα ήταν ισχυρότατος σχηματισμός. Αυτοί οι άνδρες μπόρεσαν να κατανοήσουν και να εκμεταλλευτούν τα πλεονεκτήματά της χωρίς να εκθέσουν στον αντίπαλο τις αδυναμίες της. Κατά την Ελληνιστική περίοδο συγκρούσθηκαν μεγάλες φάλαγγες σαρισοφόρων με ποικίλα αποτελέσματα, ωστόσο ο ρόλος του βαρέος ιππικού πολλές φορές έκρινε εκείνες τις μάχες.
Ο Μολοσσός βασιλιάς Πύρρος πρώτος αντιμετώπισε με φάλαγγα τις Ρωμαϊκές λεγεώνες πετυχαίνοντας οριακές νίκες, που όμως, σε μεγάλο βαθμό οφείλονταν στους ελέφαντές του. Οι Ρωμαίοι συνέτριψαν αργότερα τους στρατούς των Ελληνιστικών βασιλείων, καθώς οι πιο ευέλικτες λεγεώνες τους γνώριζαν πως να αντιμετωπίσουν τις φάλαγγες πεζέταιρων.
Κύριο πλεονέκτημα της Μακεδονικής φάλαγγας υπήρξε η τρομερή δύναμη κρούσης που παρέτασσε στο εμπρόσθιο τόξο, καθώς οι σάρισες των τριών πρώτων σειρών εκτείνονταν τουλάχιστον πέντε μέτρα μπροστά από το μέτωπό της. Το βάθος των ανδρών της έδινε μια ακαταμάχητη ορμή που ήταν πρακτικά αδύνατο να σταματηθεί από μπροστά.
Κύρια μειονεκτήματα της Μακεδονικής φάλαγγας υπήρξαν τα εκτεθειμένα πλευρά της και η αδυναμία άμυνας σε περίπτωση διάσπασης ή ρήγματος. Οι φαλαγγίτες δεν διέθεταν ούτε τον οπλισμό ούτε την εκπαίδευση για να αντιμετωπίσουν εκ του συστάδην αντιπάλους με ροπή στην ξιφομαχία, όπως οι λεγεωνάριοι με τις ευέλικτες ασπίδες τους (scutum) και τα φονικά κοντά ξίφη τους (gladius).
Γνωρίζοντας τα παραπάνω, οι Φίλιππος Β’ και Μ. Αλέξανδρος στην πραγματικότητα δεν χρησιμοποίησαν την φάλαγγα ως όπλο κρούσης, δηλαδή δεν επεδίωξαν με την επέλασή της να καταβάλλουν τον αντίπαλο. Γνώριζαν ότι κατά την καταδίωξη ενός οπισθοχωρούντος εχθρού η φάλαγγα πιθανότατα θα εξέθετε τα ανυπεράσπιστα πλευρά της ή θα συναντούσε ανωμαλίες στο έδαφος οπότε θα παρουσίαζε ρήγματα.
Οι Μακεδόνες στρατηλάτες, αντίθετα, χρησιμοποίησαν την φάλαγγα ώστε να αγκιστρώσουν τις δυνάμεις του αντιπάλου επάνω της, να τις εγκλωβίσουν, και στην συνέχεια να επιτύχουν το αποφασιστικό πλήγμα με το βαρύ ιππικό τους (Εταίροι, Σαρισοφόροι ιππείς, Θεσσαλοί). Αυτή η τακτική διδάσκεται ακόμα και σήμερα στις στρατιωτικές ακαδημίες διεθνώς ως τακτικήΣφύρας και Άκμωνος (εν προκειμένω Άκμων=φάλαγγα, Σφύρα=Ιππικό).
Στις καταστροφικές για το βασίλειο της Μακεδονίας μάχες στις Κυνός Κεφαλαί και στην Πύδνα, αντίθετα, η φάλαγγα χρησιμοποιήθηκε ως “οδοστρωτήρας”. Οι Ρωμαίοι διέθεταν την ψυχραιμία και την ποιότητα να οπισθοχωρήσουν μετά την πρώτη φονική για αυτούς επαφή, να παρασύρουν την φάλαγγα σε καταδίωξη και να της αντεπιτεθούν μόλις αυτή εξέθεσε τα πλευρά της και παρουσίασε ρήγματα στο μέτωπό της. Κατόπιν αυτού ακολούθησε σφαγή καθώς οι λεγεωνάριοι είχαν ασύγκριτο πλεονέκτημα στις κοντινές επαφές.
Συνοψίζοντας, για να αποτελέσει η Μακεδονική φάλαγγα στοιχείο μιας νικηφόρας συνταγής έπρεπε:
1. Να δίνει μάχη σε επίπεδο έδαφος χωρίς ανωμαλίες
2. Να υποστηρίζονται τα πλευρά της επαρκώς από ιππικό
3. Να οδηγείται σε ασφαλείς για αυτήν ελιγμούς και όχι σε καταδίωξη
4. Να διοικείται από υψηλής ποιότητας στρατηγούς και ταξιάρχους (όπως αυτοί του Αλεξάνδρου)
5. Να στελεχώνεται από υψηλής ποιότητας πεζέταιρους (όπως αυτοί του Αλεξάνδρου)

Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση (όπως έγινε κατά τις κατακτήσεις των Ελληνιστικών βασιλείων από τους Ρωμαίους) η φάλαγγα εξέθετε τα σημαντικά μειονεκτήματά της με κίνδυνο ένας αποφασισμένος και πειθαρχημένος εχθρός (όπως οι Ρωμαίοι) να τα εκμεταλλευτεί.
Εκπαίδευση – Δαπάνη – Αξίες – Ιδεολογία
Οι πεζέταιροι λάμβαναν από το κράτος τις σάρισες και την ασπίδα τους. Ολα τα άλλα τα εξασφάλιζε ο καθένας μόνος του. Επί Αλεξάνδρου προβλέπονταν και πρόστιμα για την απώλεια οπλισμού, με ποινές βαρύτερες για τους λοχαγούς, επειδή αυτοί διέθεταν ακριβότερους θώρακες. Οπωσδήποτε όλες οι δυνάμεις του βασιλείου κατά διαστήματα συμμετείχαν σε κοινές ασκήσεις πυκνής τάξης, προκειμένου να εμπεδώνεται η συντονισμένη κίνηση.
Οι άνθρωποι που επάνδρωναν τη φάλαγγα (οι πεζέταιροι και κατά την επικρατέστερη εκδοχή και οι υπασπιστές) λόγω της κοινωνικής τους προέλευσης (ελεύθεροι μικροκτηματίες, κτηνοτρόφοι, τεχνίτες των πόλεων και έμποροι) είχαν και αντίστοιχες αξίες, οι οποίες εμπλουτίζονταν και από την επικρατούσα κάθε εποχή ιδεολογία, για την οποία πολεμούσαν. Η ανδρεία, η αφοσίωση στη φιλία, προπάντων το ελεύθερο ελληνικό φρόνημα, συνιστούσαν το ηθικό μέρος των δυνάμεών τους.
Σύγκριση Οπλιτικής – Μακεδονικής Φάλαγγας
Πολλοί συγγραφείς θεωρούν τη μακεδονική φάλαγγα ως κάτι τελείως διαφορετικό που θέτει τέλος στην οπλιτική φάλαγγα. Άλλοι πάλι βλέπουν στη μακεδονική μια απλή προέκταση και εξειδίκευση της νοτιοελληνικής. Και οι δύο μάλλον έχουν δίκιο! Οι δύο παρατάξεις έχουν στενή εκλεκτική συγγένεια μεταξύ τους. Όσο είναι φανερό πως η μακεδονική προήλθε από την οπλιτική με αλλαγή ορισμένων χαρακτηριστικών της τελευταίας, άλλο τόσο φανερό είναι πως τα στοιχεία που μεταβλήθηκαν ήταν πολύ σημαντικά, τόσο ώστε προσέδιδαν στην οπλιτική φάλαγγα τη φυσιογνωμία της, η οποία μεταβλήθηκε ριζικά.
Η μακεδονική ήταν αφενός σαφώς πιο συμπαγής (αφού τασσόταν συνήθως σε 16 ζυγούς) και αφετέρου πιο ισχυρή επιθετικά λόγω των μακρύτερων δοράτων, γι’ αυτό πετύχαινε εντονότερη πίεση. Τα παραπάνω πλεονεκτήματα τα εξασφάλιζε έχοντας απολέσει αντίστοιχα την ευελιξία και την ικανότητα ελιγμών που διέθετε η οπλιτική. Προφανώς πολύ πιο δύσκολα μπορούσε να κινηθεί μια παράταξη όταν οι άνδρες κρατούσαν και με τα δύο τους χέρια σάρισες μήκους 6 μέτρων και βάρους 7-8 κιλών, παρά όταν κρατούσαν στο ένα χέρι όπλο μήκους 2,5-3 μέτρων.
Για να πραγματοποιήσει οποιονδήποτε ελιγμό η μακεδονική φάλαγγα απαιτείτο οι σάρισες να κρατούνται όρθιες, κάτι που σήμαινε μεγαλύτερη χρονική διάρκεια του ελιγμού: οι στρατιώτες έπρεπε να σηκώσουν τις σάρισες, να πραγματοποιήσουν την κίνηση και να κατεβάσουν-προτάξουν πάλι τα όπλα. Επί Αλεξάνδρου όλες οι κινήσεις γίνονταν σχετικά γρήγορα και με ακρίβεια, λόγω της συνεχούς εκπαίδευσης και του καλύτερου ηθικού του στρατεύματος, αλλά επί των διαδόχων του η κατάσταση δεν διατηρήθηκε ίδια. Η κατάληξη ήταν η φάλαγγα να γίνει ακόμα περισσότερο δύσκαμπτη, συνεπώς ευάλωτη. Έτσι επανεμφάνισε τα ελαττώματα της οπλιτικής φάλαγγας της οποίας υπήρξε συνεχιστής και διορθωτής.
Σημαντικές Μάχες 
Σημαντικές μάχες με συμμετοχή της φάλαγγας:
• Μάχη της Χαιρώνειας ( Αυγ. 338 π.Χ.): Μακεδόνες – νότιοι Έλληνες
• Μάχη του Γρανικού (334 π.Χ.): Έλληνες – Πέρσες
• Μάχη της Ισσού (333 π.Χ.): Έλληνες – Πέρσες
• Μάχη των Γαυγαμήλων (φθιν. 331 π.Χ.): Μακεδόνες – Πέρσες
• Υδάσπης (326 π.Χ.): Μακεδόνες – Ινδοί
• Κραννώνα (322 π.Χ.): Μακεδόνες – νότιοι Έλληνες
• Μάχη της Γάζας (312 π.Χ.): Δημήτριος – Πτολεμαίος
• Ιψός (301 π.Χ): Σέλευκος, Πτολεμαίος, Λυσίμαχος, Κάσσανδρος – Αντίοχος
• Ηράκλεια(280 π.Χ.), Άσκλο(279 π.Χ.): Ηπειρώτες – Ρωμαίοι
• Βενεβέντο (275 π.Χ.): Ηπειρώτες – Ρωμαίοι
• Σελασσία (222 π.Χ.): Μακεδόνες – Σπαρτιάτες
• Μάχη της Ραφίας (217π.Χ): Πτολεμαίοι – Σελευκίδες
• Κυνός Κεφαλαί (197 π.Χ.): Μακεδόνες – Ρωμαίοι
• Μάχη της Πύδνας (168π.Χ): Μακεδόνες – Ρωμαίοι
• Λευκόπετρα (146 π.Χ.): Αχαϊκή Συμπολιτεία – Ρωμαίοι

Η Παρακμή 
Η μακεδονική φάλαγγα, εξακολουθούσε να είναι σε χρήση, εώς την κατάκτηση της Αιγύπτου, ενώ τελευταία αναφορά στη χρήση της είναι από τον βασιλιά Μιθριδάτη Στ’ του Πόντου τον 1ο π.Χ αιώνα. Η φάλαγγα, μετά τον 3ο, αλλά κυρίως τον 2ο π.Χ αιώνα, έγινε πιο δυσκίνητη, έπαψαν οι υποδιαιρέσεις της σε τάξεις και πλέον διαιρούνταν σε δύο κέρατα. Η παράταξη της πύκνωσε, οι σάρισες αυξήθηκαν σε μήκος (6.5 μ.).
Αποτέλεσμα των παραπάνω, ήταν να περιοριστεί στο ελάχιστο η δυνατότητα ελιγμών και ως εκ τούτου να μπορεί να αμύνεται ή να επιτίθεται μόνο σε ευθεία παράταξη, όπου και παρέμενε ακαταμάχητη. Σε περίπτωση όμως διάσπασής της ή πλαγιοκόπησης, ήταν αδύναμη πλέον να αντιδράσει με αποτέλεσμα την συντριβή της από τους Ρωμαίους στις μάχες των μέσων του 2ου π.Χ αιώνα. Ήταν πλέον φανερό ότι έδυε η εποχή της Μακεδονικής Φάλαγγας και ανέτειλε η εποχή της Ρωμαϊκής Λεγεώνας.
Φωτογραφικό Υλικό 
ΠΗΓΕΣ :
(1) :http://ift.tt/1ykKX3J
(2) :http://ift.tt/1w9KnYQ
(3) :http://ift.tt/1w9Kof7
(4) :http://ift.tt/1ykKX3S
(5) :http://ift.tt/1ykKWNd
(6) :http://ift.tt/1w9Kp2S

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου