Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Ο ιερός όρκος των μελών της Φιλικής Εταιρείας και τα συνθηματικά για να αναγνωρίζονται μεταξύ τους

Κύρια όργανα για τη διάδοση των σκοπών της Φιλικής Εταιρίας ήταν τα μεσαία στελέχη, που στην συνθηματική γλώσσα της οργάνωσης λέγονταν «Ιερείς», ενώ η Εταιρία λεγόταν με το συνθηματικό όνομα «Ναός». Ο ιερέας ήταν η βάση της Φιλικής. Αυτός είχε δικαίωμα να κατηχεί στους σκοπούς της οργάνωσης, πατριώτες, δίνοντάς τους το δικό του βαθμό του ιερέα ή τους κατώτερους των «Αδελφοποιητών ή Βλάμηδων» και των «Συστημένων».
Το ανώτερο βαθμό του Ποιμένα μόνο η «Αόρατη Αρχή» είχε δικαίωμα ν’ απονέμει στους πατριώτες, δηλαδή στην ουσία το Διευθυντήριο της Φιλικής. Για να καθιερωθεί ένας ραγιάς σαν Ποιμένας της Εταιρίας, έπρεπε να ‘χει εξαιρετικά πνευματικά διοικητικά και οργανωτικά προσόντα κι όπως θα δούμε, πολύ λίγοι αναδείχτηκαν σ’ αυτό τον βαθμό. Ο όρκος των Φιλικών Η ορκωμοσία του αδελφοποιητού ή βλάμη...

Το έμβλημα της Φιλικής Εταιρίας... 
Οι ταπεινοί και ανώνυμοι ραγιάδες έμπαιναν στις γραμμές της «Φιλικής», με τον βαθμό του αδελφοποιητού ή βλάμη, αν ήταν εντελώς αγράμματοι. Αφού ελέγχονταν η φιλοπατρία τους και η αφοσίωσή τους στην υπόθεση της λευτεριάς, τους πλησίαζαν οι ιερείς και άρχιζαν να τους κατηχούν πλάγια στους σκοπούς της εταιρίας. Πριν τελειώσει η υπόθεση του προσηλυτισμού, ο βλάμης έπρεπε να ορκιστεί. Δεν ήταν όμως και πολύ εύκολο πράγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου ο παπάς που θα όρκιζε τον καινούριο Φιλικό, δεν γνώριζε το μυστικό.
Γι’ αυτό, η «δουλειά» γινόταν περίπου έτσι: Ο κατηχητής πήγαινε και έβρισκε έναν παπά και του λεγε ότι επιθυμεί να ορκίσει θρησκευτικά έναν άνθρωπο χριστιανό για να βεβαιωθεί, αν σε μια ατομική τους υπόθεση του λέει ή όχι την αλήθεια. Ο κληρικός φορούσε το πετραχήλι του και έφερνε το Ευαγγέλιο και τότε ο κατηχητής τραβούσε λίγο παράμερα από τον παπά τον κατηχούμενο και του υπαγόρευε ψιθυριστά τον «μικρόν όρκον» των Φιλικών, που ο κατηχούμενος είχε υποχρέωση να τον επαναλάβει χαμηλόφωνα:
«Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και της δικαιοσύνης, ενώπιον του Υπαρτάτου Όντος να φυλάξω, θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα, μυστικόν καθ’ όλην την δύναμιν της λέξεως το μυστήριο, το οποίον θα μου εξηγηθεί και ότι θα αποκριθώ την αλήθειαν εις ό,τι ερωτηθώ». Επαναλάμβανε τον όρκο τρεις φορές και τότε ο κατηχούμενος τον ρωτούσε, μπροστά στον παπά: -Είναι αληθινά, αδελφέ, αυτά που μου επανέλαβες τρεις φορές; -Είναι και θα είναι αληθινά και για την ασφάλειά τους ορκίζομαι στο Ιερό Ευαγγέλιο!
Την ίδια ερώτηση έκανε και ο παπάς και τον όρκιζε στο Ευαγγέλιο, χωρίς να ξέρει την ουσία της υπόθεσης. Μετά την ορκωμοσία, ο ιερέας Φιλικός έβαζε στο μυστικό της Εταιρίας τον καινούριο βλάμη. Από και πέρα ο νεοφώτιστος θεωρούνταν κανονικό μέλος της Φιλικής. Η ορκωμοσία του συστημένου Αν ο πατριώτης που επρόκειτο να μυηθεί στη Φιλική ήξερε γράμματα, έπαιρνε τον βαθμό του συστημένου και περνούσε από την ίδια πρωταρχική διαδικασία, όπως και ο βλάμης. Εδώ όμως επειδή η μόρφωση του έδινε την ευχέρεια της προαγωγής, η διαδικασία ήταν πιο εξονυχιστική.
Έπρεπε να απαντήσει με ειλικρίνεια στο παρακάτω ερωτηματολόγιο: Α) Πώς ζεις και πόθεν ο πόρος της ζωής σου; β) Τι συγγενείς έχεις, τι επαγγέλματος και ποιας καταστάσεως; γ) Εσυγχίσθης ποτέ με κανέναν από αυτούς ή φίλον σου, ή άλλον τινά; δ) Εφιλιώθης με αυτούς, διά ποίαν αιτίαν; ε) Είσαι υπανδρευμένος; Έχεις κλίσιν να υπανδρευθείς; στ) Έχεις έρωτα; Είχες ποτέ σου; Σου επέρασε; Και από τί καιρόν; ζ) Σου ακολούθησε καμιά μεγάλη ζημία ή μεταβολή της καταστάσεώς σου; η) Είσαι ευχαριστημένος εις το επάγγελμα που ευρίσκεσαι; Και ποιον επιθυμείς περισσότερον; θ) Έχεις κανένα φίλον πιστόν και ποιος είναι; ι) Πώς στοχάζεσαι και πού στοχάζεσαι να ζήσεις εις το εξής; Στη συνέχεια, υπέγραφε ένα χαρτί που έγραφε το ποσό που δώρισε στην εταιρία....
Στο πίσω μέρος του χαρτιού, ο κατηχητής σημείωνε το όνομα της μητέρας του νέου Φιλικού, το οποίο είχε μάθει χωρίς να τον ρωτήσει ευθέως. Έπρεπε να το μάθει έντεχνα, χωρίς ο κατηχούμενος να θυμάται ότι το είχε πει. Αυτό χρησιμοποιούνταν από τους ιερείς, για να εξακριβώνουν την ταυτότητα του συστημένου, όταν τον συναντούσαν. Ρωτούσαν το όνομα της μητέρας τους και αν τους έδιναν το λάθος, ήξεραν ότι κάτι ύποπτο συνέβαινε.
Η ορκωμοσία του ιερέα Οι κατώτεροι βαθμοί δεν γνώριζαν τι συνέβαινε στην «Ανώτατη Αρχή», ούτε ποια ήταν τα ανώτερα μέλη. Από τις τάξεις των συστημένων αναδεικνύονταν, ύστερα από λεπτομερή παρακολούθηση κι όταν κάποιος κρινόταν ώριμος, τον πλησίαζε κρυφά ένας κατηχητής. Τον ρωτούσε αν ήταν έτοιμος να φυλάξει το μυστικό με κίνδυνο της ζωής του, να αντέξει σκληρά βασανιστήρια, να αφιερώσει τη ζωή του στην Εταιρία και την πατρίδα. Η τελετή γινόταν το βράδυ με ένα κερί ως «μοναδικό μάρτυρα, όπου η δυστυχισμένη πατρίδα λαμβάνει όταν τα τέκνα της δίνουν τον όρκο της ελευθερίας της».... 
Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρίας
Όσοι κατηχούνταν για ιερείς έπρεπε να απαντήσουν και σε περαιτέρω ερωτήσεις: Α) Είσαι κατατρεγμένος συ ή κανένας συγγενής ή φίλος σου από την διοίκηση της πατρίδος μας ή από άλλον τίνα και διά ποίαν αιτίαν; β) Έχεις κανένα συγγενή ή φίλον είς φυλακή και δία ποίαν αιτίαν; γ) Εφονεύθη κανένας συγγενής ή φίλος σου από την διοίκησιν ή από άλλον τινά και διά ποίαν αιτίαν; δ) Σου ακολούθησε μέγα τι εις την ζωήν σου; ε) Ηξεύρεις κανέναν μέγα πολιτικόν μυστικόν, καμμίαν ακοινολόγητον εφεύρεσιν ή άλλο τι μέγα απόκρυφον; Πόθεν το έμαθες; Το ηξεύρουν άλλου; Ποιοι είναι αυτοί; Έχεις τα αναγκαίας αποδείξεις του; Και τί είναι αυτό; στ) Έχεις κανένα μέγα προτέρημα κρυφόν ή φανερωμένο ή καμμίαν ξεχωριστή επιτηδειότητα;
Ο μυστικός κώδικας των Φιλικών Όταν δύο πατριώτες συναντιόνταν και ήθελαν να εξακριβώσουν αν είναι «μπασμένοι» στο μυστικό της Φιλικής μεταχειρίζονταν τον παρακάτω συνθηματικό τρόπο: Ο ένας έβαζε την αριστερή παλάμη του μέσα στη δεξιά κι έκανε τάχα, πως έπλενε τα χέρια του. Ο άλλος έπρεπε αμέσως να βάλει τα δύο δάχτυλα του δεξιού του χεριά μέσα στην αριστερή χούφτα. Αυτό ήταν το πρώτο σημείο αναγνώρισης. Αν τώρα ο πρώτος ήθελε να κουβεντιάσει με τον δεύτερο για ζητήματα της Φιλικής έπρεπε πρώτα να βάλει κι αυτός τα δύο δάχτυλα του δεξιού του χεριού στην αριστερή του παλάμη και μετά να πιάσει και τα δύο χέρια του συντρόφου του, λέγοντας: -Έχεις κανένα τσιμπούκι; Ο δεύτερος έπρεπε απαραίτητα ν’ απαντήσει: -Τσιμπούκι; Όχι! Έχω όμως τσαρούχι!... 
Τα μυστικά σημεία αναγνώρισης μεταξύ των «συστημένων» ήταν τα παρακάτω: Ο ένας ανοίγει τα δάχτυλα και στις δύο παλάμες του, τα ενώνει και κάνει πως πλένει τα χέρια του. Ο δεύτερος πιάνει με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού το αυτό του και κατόπι τα χείλη του. Αν ο πρώτος θέλει να μιλήσουν, χτυπά με τα δύο πρώτα δάχτυλα του δεξιού χεριού του τη γροθιά του αριστερού του. Πιάνονται ύστερα από τα χέρια και λέει ο πρώτος: -Από πολύ το επιθυμούσα! -Και εγώ ομοίως, απαντά ο δεύτερος. Έπειτα ο πρώτος συνεχίζει: -Λάμδα! -Άλφα, λέει ο δεύτερος. -Νι, λέει ο πρώτος. -Ταυ, ο δεύτερος. -Όμικρον, ο πρώτος. -Νι, ο δεύτερος. Έχουν έτσι σχηματίσει, λέγοντας ο καθένας διαδοχικά ένα γράμμα, τη συνθηματική λέξη «Λαντόν». Με τον ίδιο τρόπο, οι ιερείς αναγνωρίζονταν μεταξύ τους, σχηματίζοντας τη λέξη: «Χακίκι».
ΠΗΓΗ: «Φιλική Εταιρία. Α” το παράνομο οργανωτικό της Β” ο διωγμός της από τους ξένους», Τάσος Βουρνάς. Εκδόσεις Αφών Τολίδη... 
mixanitouxronou.gr

Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Από τον πούτζον του Καραϊσκάκη στον Φίλη


«Σεις δε σκιαί των γνησίων Ελλήνων και του Ιερού Λόχου, όσοι προδοθέντες επέσατε θύματα δια την ευδαιμονίαν της Πατρίδος, δεχτήτε δι’ εμού τας ευχαριστήσεις των ομογενών σας! Ολίγος καιρός και στήλη θα αναγερθή να διαιωνίση τα ονόματα σας. Με χαρακτήρες φλογερούς είνε εγκεχαραγμένα εις τα φίλτρα της καρδίας μου, τα ονόματα εκείνων όσοι μέχρι τέλους μ’ έδειξαν πίστιν και ειλικρίνειαν. Η ενθύμησις των θα είναι πάντοτε το μόνον δροσιστικόν της ψυχής μου»…
Οι παραπάνω γραμμές είναι από την τελευταία διαταγή που συνέταξε στο Ρίμνικο ο Πρίγκιπας Αλέξανδρος Υψηλάντης, Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, με καταγωγή από τα Ύψηλα της Τραπεζούντας, προς τους επιζώντες αγωνιστές, που έσωσε με την γενναία παρέμβαση του ο Γεωργάκης Ολύμπιος κατά την μάχη στο Δραγατσάνι.
Τον στρατολόγησε στον Αγώνα ο Εμμανουήλ Ξάνθος, που περιγράφει λέξη προς λέξη την συγκινητική στιγμή. Αφού ο Πρίγκιπας ρώτησε και άκουσε τα δεινά των συμπατριωτών του, έθεσε τον εαυτό του στην διάθεση της κοινής υπόθεσης, καταλήγοντας «…και τον εαυτόν θα εθυσίαζον υπέρ αυτών». Ο Ξάνθος σηκώθηκε λέγοντας του «Δος μοι Πρίγκιψ την χείρα σας εις βεβαίωσιν των όσων εκφράσθητε». Την επομένη τον μύησε στην Εταιρεία και αυτός ο Πόντιος αληθινός αριστοκράτης ανέλαβε Γενικός Επίτροπος της Αρχής. Κράτησε τον λόγο του. Συγκρότησε το πρώτο τακτικό στρατιωτικό σώμα της Νεότερης Ελλάδας, έδωσε το έναυσμα της Επανάστασης και θυσίασε τον εαυτό του. Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 πέρασε τον Προύθο ποταμό και δυο μέρες μετά έβγαλε την πρώτη προκήρυξη. Ο τίτλος της ήταν «Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος». Δεν του είχαν πει περί «ταξικού αγώνα», βλέπετε. Ξεκίνησε την οργάνωση του στρατιωτικού σώματος του, οργανώνοντας 500 Έλληνες φοιτητές στον Ιερό Λόχο. Ηττημένος, αλλά έχοντας δώσει το πρώτο πυρ μιας τελικά νικηφόρας επανάστασης, υποχώρησε στην Αυστρία, όπου φυλακίστηκε ως το 1827. Πέθανε πάμπτωχος στις 31 Ιανουαρίου 1828 στην Βιέννη μόλις δυο μήνες μετά την απελευθέρωση του.
Στον αγώνα αυτό, που ήταν εθνικός, διαταξικός και θρησκευτικός, Ορθόδοξοι σκλάβοι πολέμησαν τους σουνίτες δυνάστες τους, συναγωνίστηκαν κλεφταρματολοί, αριστοκράτες της διασποράς, βοσκοί, προεστοί, παπάδες, ναυτικοί, γεωργοί, έμποροι, σπουδαστές. Παρά την αρχική στάση του Πατριαρχείου, που αφόρισε τον Υψηλάντη υπό τις απειλές των Τούρκων για μαζικές σφαγές, ο απλός κλήρος και πλήθος ιεραρχών συμμετείχαν στον αγώνα κι ο ίδιος ο Πατριάρχης έγινε εθνομάρτυρας στα χέρια των μουσουλμάνων δημίων του, όπως κι ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός στην Λευκωσία, αφού κι η Κύπρος έδωσε το μερτικό της σε αίμα.
195 χρόνια μετά, οι εθελοντές γενίτσαροι της αποδόμησης κι αναθεώρησης της Ιστορίας, δεκαετίες τώρα, αγωνίζονται να στήσουν όσο πιο ψηλά μπορούν το ξόανο του ψευτοπροοδευτικού μισελληνισμού τους, ντυμένο με τα ράκη μια δήθεν επιστημοσύνης. Ένα μαρξιστικό και δουλόφρων σκουπιδαριό, αρχοντοχωριάτες της Εσπερίας, που παριστάνουν τους νεωτερικούς, με την ανοχή της Δεξιάς και κυρίως επί σημιτικού ΠΑΣΟΚ, επέδραμαν σαν πανούκλα στην Παιδεία και σε κάθε τομέα διαμόρφωσης δημόσιου λόγου. Στην πραγματικότητα ανήκουν απλώς στα παλαιά είδη του ρουφιάνου, του ανόητου ή του πεμπτοφαλαγγίτη. Γιατί είναι, εκούσια ή ακούσια, όργανα ξένων σωβινισμών ή ανόητοι που πελεκούν τα ίδια τους τα πόδια, διότι είναι «μόδα» οι ψευδοϊστορικές τερατολογίες. Σήμερα κυβερνούν, διότι ο λαός τρομαγμένος και θυμωμένος από την φτώχια, την φοροεπιδρομή και τις περικοπές δεν διάβασε τα όχι και τόσο «ψιλά γράμματα» των θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ και διαφόρων στελεχών του, που ως κυβερνώντες απολαμβάνουν να μας τρίβουν στα μούτρα τις ανιστόρητες ιδεοληψίες τους. Μαζί με τις μαγικές υποσχέσεις για την οικονομία, πήγαιναν πακέτο ο μισελληνικός αναθεωρητισμός που τώρα κοπρίζουν επίσημα χείλη στον δημόσιο βίο.
Είναι αξιοπερίεργο αλλά αληθές, πως από τους αρειμάνιους Μανιάτες, τους πάνκηδες – λόγω κόμμωσης – Αρβανίτες και τόσες ελληνικές ράτσες πατριωτών πολεμιστών, βγήκε αυτή η μεταλλαγμένη μειοψηφική φύτρα, που μισεί την γη που πατάει και τους ανθρώπους της, την Ιστορία της, τους Ήρωες και τα σύμβολα της.
Όταν τους διαβάσεις, γρήγορα αντιλαμβάνεσαι πως έχουν θέσει εκ των προτέρων ως στόχο το συμπέρασμα τους, την ασυνέχεια του Έθνους. Κατόπιν προσπαθούν να εφεύρουν τα …επιχειρήματα.
Δια της μαρξίζουσας μαζικής κοινωνικής νόσου προσπαθούν να βρουν «στοιχεία» που θα αποδομήσουν αυτά που μισούν. Το Έθνος, την Ορθοδοξία, είτε δια της ευθείας προσβολής, είτε δια της λήθης ή της προβολής μοδέρνας μπουρδολογίας.
Πάντα θεωρούσα σπουδαία και τραγική μορφή τον Αλέξανδρο Υψηλάντη αλλά ο αγαπημένος μου είναι, όπως τον χαρακτηρίζει ο σπουδαίος Φωτιάδης, το κατεξοχήν τέκνο της Επανάστασης, ο Γιος της Καλογρηάς, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το κλεφτόπουλο που κάποτε είχε ως περιορισμένο όραμα το αρματολίκι του Λιδωρικιού, εξελίχθηκε στον μεγάλο Στρατηγό που κράτησε αναμμένη την φλόγα του αγώνα στην Ρούμελη, αυτός που βαριά άρρωστος από την φθίση, εκστράτευε ακόμη και πάνω στο φορείο μέσα σε ένα μέτρο χιόνι για να τσακίσει τους Τουρκαλβανούς στην μάχη της Αράχωβας. Αυτός, ο αθυρόστομος, που περηφανευόταν κι αυτοσαρκαζόταν για το ότι ήταν μπάσταρδος: «Εμένα ρε η μάνα μου για να με κάνει έφαγε χίλιους». Αυτός, που πολεμούσε έφιππος και επιβράβευε τους καλύτερους στην μάχη επιτρέποντας τους ν’ ανεβούν στο βαρβάτο αραβικό άλογο του. Αυτός, που όταν ο Μαχμούτ πασάς του πρότεινε να προσκυνήσει και του υποσχόταν, μεταξύ άλλων, το αρματολίκι που ονειρευόταν κλεφτόπουλο, του απάντησε: «Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω. Κι εγώ πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω».

Αν ζούσε σήμερα κι ο γραμματικός του του διάβαζε την ανακοίνωση του Φίλη για την Εθνεγερσία, θα διαπίστωνε, όπως κι εμείς, πως ο πούτζος του ήταν πιο αξιοπρεπής κι εθνωφελής…